Ο προφήτης Χαμπακούκ

 

            Το κεφάλαιο τρία του Χαμπακούκ αποτελεί το μέρος της Χαφταρά για τη δεύτερη μέρα του Σσαβουότ. Το βιβλίο του Χαμπακούκ είναι το όγδοο από τα 12 Βιβλία των μικρότερων Προφητών. Η ομοιότητα μεταξύ του Σσαβουότ και του Βιβλίου του Χαμπακούκ είναι ότι και τα δύο αναφέρονται στη Ματάν Τορά, την παράδοση της Τορά.

 

            Ο Χαμπακούκ έζησε την εποχή της «Εξορίας του Γεχογιακίν» που έλαβε χώρα έντεκα χρόνια πριν την καταστροφή του Πρώτου Μπετ Αμικντάσς το έτος 3338. Ο Χαμπακούκ διαδέχτηκε τον προφήτη Ναχούμ και ήταν ένας κρίκος στην Αλυσίδα της Παράδοσης που πήγαινε κατευθείαν πίσω στο Μωυσή. `Ετσι η ιστορία του Χαμπακούκ συνέβη περίπου 2400 χρόνια πριν.

 

            Ο Χαμπακούκ έζησε στη Γη του Ισραήλ όπου κατείχε ένα κομμάτι γης. `Ενα απόγευμα, όταν αυτός και οι εργάτες του τέλειωσαν τη δουλειά στο χωράφι και έτρωγαν το βραδυνό τους όλοι μαζί, ένα προφητικό πνεύμα κατέβηκε ξαφνικά στον Χαμπακούκ. Είδε ένα άγγελο που του έλεγε ότι ο Θεός επιθυμούσε ο Χαμπακούκ να πάει ένα μέρος από το φαγητό που έτρωγε στον Προφήτη Δανιήλ που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μέσα στη φωλιά των λιονταριών, στη Βαβυλώνα.

 

            Αυτό ήταν κάτι που δε θα άρεσε σε κανέναν. Φανταστείτε να σας ζητούσαν να πάτε στη φωλιά των λιονταριών. Αυτό όμως που απασχολούσε πιο πολύ τον Χαμπακούκ ήταν το πως θα μπορούσε να πάει το φαγητό από τη γη του Ισραήλ που τώρα βρίσκονταν σε κάποιον που ήταν εκατοντάδες μίλια μακριά, στη Βαβυλώνα.

 

            Ο Χαμπακούκ δε χρειάστηκε να περιμένει και πολύ για την απάντηση. Ο άγγελος τον πήρε από τις μπούκλες των μαλλιών του και πέταξαν μαζί, ώσπου λίγα λεπτά αργότερα, προσγειώθηκαν μέσα στη φωλιά των λιονταριών.

 

            Εκεί καθόταν ο Δανιήλ με τα λιοντάρια ξαπλωμένα στα πόδια του, σαν τα πιστά σκυλιά που φυλάνε τον αγαπημένο τους αφέντη.

            Οι δύο προφήτες έφαγαν το φαγητό τους, ευτυχείς που τους δόθηκε η ευκαιρία να έχουν μια εγκάρδια συζήτηση. Τα λιοντάρια δεν τους πείραξαν παρά την πείνα τους. Αντίθετα περπατούσαν στη φωλιά, γύρω από τον Δανιήλ και τον Χαμπακούκ καθώς αυτοί μιλούσαν και έτρωγαν και ευλογούσαν την Παντοδυναμία του για τον οίκτο και τα θαύματά του.

 

            Ο Δανιήλ διηγήθηκε στο Χαμπακούκ πως βρέθηκε στο λάκκο με τα λιοντάρια:

            «`Οταν ο Βασιλιάς Δαρείος της Μήδειας με διόρισε προσωπικό του σύμβουλο» ξεκίνησε ο Δανιήλ «όλοι οι αυλικοί του άρχισαν να ζηλεύουν. Δεν τους ενδιέφερε καν το γεγονός ότι ήμουν ο σύμβουλος του προηγούμενου βασιλιά της Βαβυλώνας και ότι ο διορισμός μου δεν έγινε από εύνοια προς το άτομό μου, αλλά λόγω του ότι ήμουν ο κατάλληλος για τη θέση αυτή. Το μόνο που μπορούσαν να νιώσουν ήταν κακία που επιλέχθηκα εγώ και όχι αυτοί. `Ετσι αποφάσισαν να με φέρουν σε ρήξη με το βασιλιά και τελικά να με ξεφορτωθούν.

 

            «Αλλά όσο και αν προσπαθούσαν, δεν μπορούσαν να βρουν κάτι για να με κατηγορήσουν και έτσι συνωμότησαν να πείσουν το βασιλιά να θεσπίσει νόμο με τον οποίον θα μπορούσαν να με ‘πιάσουν στα δίχτυα τους’.

 

            «Ο Βασιλιάς Δαρείος μέχρι τότε σεβόταν την Εβραϊκή μας πίστη, κάτι που επίσης ενοχλούσε τους αυλικούς. Ο βασιλιάς που μου τα είπε ο ίδιος όλα αυτά αργότερα, δεν είχε υποψιαστεί τίποτα, όταν οι αυλικοί τον πλησίασαν με έναν αέρα εξαιρετικής αφοσίωσης και του ζήτησαν να δώσει τη συγκατάθεσή του για έναν καινούργιο νόμο. Το νέο διάταγμα έλεγε: ‘Κάθε πολίτης της χώρας αυτής θα πρέπει να αναγνωρίζει δημόσια το βασιλιά σαν την υψηλότερη αρχή και να απευθύνει σε αυτόν κάθε είδους παράκληση και προσευχή».

 

            «Τώρα μπορώ να καταλάβω τη συνωμοσία εναντίον σου» είπε ο Χαμπακούκ. «Ναι φίλε μου» συνέχισε ο Δανιήλ, «από τη στιγμή που ο βασιλιάς θέσπισε το νόμο αυτό, οι αυλικοί παρακολουθούσαν κάθε κίνηση που έκανα. Φυσικά εγώ δε θα επέτρεπα σε κανένα ανθρώπινο νόμο να με εμποδίσει να προσεύχομαι τρεις φορές την ημέρα. Αυτοί οι μοχθηροί αυλικοί όρμησαν πάνω μου μια μέρα και με οδήγησαν στο βασιλιά,κατηγορώντας με ότι προσεύχομαι σε κάποιον άλλο εκτός από το βασιλιά. Τότε αυτοί ζήτησαν την έσχατη ποινή για το αδίκημα αυτό, να με ρίξουν δηλαδή ζωντανό στο λάκκο με τα λιοντάρια. Αυτή η σκληρή τιμωρία θα αποτελούσε το παράδειγμα για όποιον τολμούσε να παραβεί τον καινούργιο νόμο, στο μέλλον".

 

            «Ο Βασιλιάς Δαρείος που στην πραγματικότητα δεν ήταν κακός άνθρωπος αλλά είχε παραπλανηθεί και είχε θεσπίσει αυτό το νόμο χωρίς να το σκεφτεί και χωρίς να δώσει την κατάλληλη προσοχή, είχε τώρα τρομοκρητηθεί βλέποντας τα αποτελέσματα της απερισκεψίας του. Με θεωρούσε φίλο και τίμιο σύμβουλό του και τώρα έπρεπε να με ρίξει χωρίς οίκτο, στο λάκκο με τα λιοντάρια! `Εχοντας όμως βάλει τη βασιλική σφραγίδα στο διάταγμα αυτό, δεν είχε άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το νόμο".

 

            «Δεν έχασα όμως την ελπίδα μου» συμπλήρωσε ο Δανιήλ με μάτια να λάμπουν από την πίστη στο Θεό. Προσευχήθηκα στον Παντοδύναμο να δείξει σε αυτούς τους βάρβαρους ότι Αυτός και μόνο Αυτός είναι και θα είναι για πάντα ο `Ενας και Μοναδικός Κύριος του Σύμπαντος το οποίο Αυτός δημιούργησε και ελέγχει. Προσευχήθηκα σε Αυτόν να μου σώσει τη ζωή και να μην επιτρέψει στα πεινασμένα λιοντάρια να με αγγίξουν, έτσι ώστε όλοι οι άνθρωποι να δουν το θαύμα και να αναγνωρίσουν το μεγαλείο του Θεού που κυριαρχεί σε όλη την ανθρωπότητα.

 

            «Φαντάσου, λοιπόν την έκπληξη των εχθρών μου όταν με πέταξαν σε αυτόν το βαθύ λάκκο που δεν είχε πουθενά διέξοδο, και αντί τα πεινασμένα θηρία να μου ορμήξουν και να κάνουν κομμάτια, ήρθαν ήρεμα κοντά μου και γονάτισαν υποταγμένα, σχηματίζοντας κύκλο για να με προστατεύουν. Αυτό το θαύμα δεν άφηνε καμμία αμφιβολία ότι ο Θεός διάλεξε να με σώσει, ότι Αυτός είναι ο Κύριος και ότι μόνο οι επιθυμίες Του πραγματοποιύνται!».

 

            `Οταν ο Δανιήλ τελείωσε την ιστορία του, αυτός και ο Χαμπακούκ αποχαιρετίστηκαν και ο άγγελος τον πήρε και τον μετέφερε πίσω στην πατρίδα του, τη Γη του Ισραήλ με τον ίδιο τρόπο που τον είχε πάει στο Δανιήλ.

 

            Αργότερα ο Χαμπακούκ, όπως και όλος ο κόσμος έμαθε ότι ο Βασιλιάς Δαρείος με μεγάλη χαρά έβγαλε το Δανιήλ από το λάκκο και την ίδια στιγμή διέταξε στη θέση του, να ρίξουν τους εχθρούς του στα λιοντάρια. Αυτή τη φορά, βέβαια, τα θηρία φέρθηκαν πολύ διαφορετικά. `Οπως οι αυλικοί έπεσαν στο λάκκο, τα λιοντάρια όρμησαν επάνω τους και τους κατασπάραξαν, δίνοντας το τέλος που άξιζε σε αυτούς τους τύραννους που θέλησαν να τιμωρήσουν με βίαιο τρόπο τον αθώο, το θεοσεβούμενο και το νομοταγή Δανιήλ.

 

            Οι περισσότερες από τις προφητείες του Χαμπακούκ ανέφεραν για τα μελλοντικά βασίλεια της Βαβυλώνας, της Περσίας και της Μήδειας που θα εξαπλώνονταν και θα θα γινόντουσαν τόσο ισχυρά που θα  κατακτούσαν τη Γη του Ισραήλ καθώς και τον υπόλοιπο κόσμο.

 

          

  Το ύστατο μήνυμα του Χαμπακούκ ήταν η θλιβερή προφητεία για το θρίαμβο των Χαλδαίων (Βαβυλώνιων) εις βάρος του Ισραήλ. Προειδοποίησε το λαό του για τη Θεϊκή τιμωρία που θα ερχόταν γρήγορα και θα ήταν καταστρεπτική.

 

            «Για πόσο, Ω! Κύριε θα Σου φωνάζω και δε θα με ακούς; Θα Σου φωνάζω για τη βία, κι Εσύ δε θα σώζεις....Ιδού, θα σου πω για τους Χαλδαίους, αυτό το κακό και επιθετικό έθνος που θα διαβεί στις ανοιχτές πεδιάδες της γης για να κατακτήσει μέρη που κατοικούνται και δεν του ανήκουν. Αυτοί είναι φοβεροί και τρομεροί. Μόνο αυτοί τηρούν τους νόμους τους. Πιο γρήγορα από τη λεοπάρδαλη είναι τα άλογά τους. Και πιο άγρια από το λύκο τη νύχτα. Και στα άλογά τους έρχονται, από μακριά. Πετούν σαν αετοί που βιάζονται να φάνε. `Ερχονται όλοι για τη βία. Τα πρόσωπά τους είναι σαν τον ανατολικό άνεμο και μαζεύουν αιχμαλώτους όπως ο αέρας την άμμο. Και οι βασιλείς και οι πρίγκηπες θα είναι ένα παιχνίδι γι’αυτούς. Σε κάθε φρούριο θα γελούν...... Και θα κάνουν τη δύναμή τους Θεό...»

 

            Βλέποντας με τι κακία και υπεροψία οι Χαλδαίοι θα κατακτήσουν το Ισραήλ, ο Χαμπακούκ φωνάζει στο Θεό με πόνο: «`Εχεις τόσο αγνά μάτια που δεν μπορείς να δεις την κακία και τη μοχθηρία, πού κοιτάς όταν αυτοί φέρονται δόλια και κρατούν την ειρήνη Σου, όταν οι κακοί καταβροχθίζουν τους ανθρώπους που είναι πιο δίκαιοι από αυτούς;».

 

            Αλλά ο προφήτης παίρνει την απάντηση ότι η δικαιοσύνη θα θριαμβεύσει και το Ισραήλ θα επιβιώσει. «Και ο Θεός μου απάντησε και μου είπε: Συγκράτησε το όραμα και καθαρογραψέ το στις πλάκες που ο άνθρωπος θα διαβάσει γρήγορα...Αν και αργεί περίμενέ το. Γιατί σίγουρα θα έρθει δε θα καθυστερήσει πολύ....Ο δίκαιος θα ζει από την πίστη του».

 

O Mπαάλ Σσεμ Τοβ    Ο Βασιλιάς Δαυίδ   Η Ρουθ

 

O Pροφήτης Ιεζεκιήλ   O Pροφήης Χαμπακούκ