Το βιβλίο της Ρουθ γράφτηκε από τον προφήτη Σαμουήλ. Το διαβάζουμε στο Σσαβουότ για δύο λόγους: Πρώτον γιατί το Σσαβουότ είναι η γιορτή της συγκομιδής και το Βιβλίο της Ρουθ μας δίνει μια εικόνα για τη συγκομιδή και πώς φέρονταν στους φτωχούς την περίοδο αυτή, με συμπάθεια και αγάπη. Δεύτερον, επειδή το Σσαβουότ είναι η επέτειος θανάτου του Βασιλιά Δαυίδ που ήταν ο δισέγγονος της Ρουθ και του Βοάζ, η ιστορία των οποίων καταγράφεται στο βιβλίο της Ρουθ.

         

`Ισως όμως ο κύριος λόγος της ανάγνωσης του βιβλίου της Ρουθ κατά τη γιορτή αυτή να είναι γιατί μας δίνει μια τόσο ζωντανή εικόνα του γκερ τζεντέκ, του αληθινού προσήλυτου. Το Σσαβουότ είναι η «στιγμή της παράδοσης της Τοράς μας» και όταν τη λαμβάνουμε, σαν τους γκερ τζεντέκ, υποσχόμαστε να δεχτούμε την Τορά και να τηρήσουμε τις 613 εντολές της.

 

          `Ολοι οι Εβραίοι, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους, δεν παύουν ποτέ να είναι υπερήφανοι που δέχονται την Τορά και τα διδάγματά της χωρίς δισταγμό. Παρά τις υποχρεώσεις, τους περιορισμούς και τις ευθύνες που επωμίζεται ο κάθε ενήλικος Εβραίος, έχει πλήρη γνώση και συνείδηση του προνομίου να ανήκει κανείς στον εκλεκτό λαό του Θεού.

        

  Ο Εβραϊκός λαός δεν ψάχνει πιστούς. Η Τορά μας λέει ότι όταν κάποιος επιθυμεί να προσηλυτιστεί και να γίνει Εβραίος, είναι καθήκον μας να του αναφέρουμε όλες τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει καθώς και το βάρος της ευθύνης που έχει ένας Εβραίος στην υποχρέωσή του να τηρεί τις εντολές της Τορά. Πρέπει να του δείξουμε ότι διαλέγει ένα πολύ δύσκολο μονοπάτι και μια ζωή διαφορετική από αυτή του υπόλοιπου κόσμου.

          Εάν, παρόλες τις προειδοποιήσεις το άτομο επιμένει να ασπαστεί τον Ιουδαϊσμό, τότε πραγματικά μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι που δεχόμαστε έναν τέτοιον άνθρωπο στους κόλπους μας, γιατί σίγουρα θα γίνει αφοσιωμένος και ειλικρινής Εβραίος.  Ο `Ονκελος, ο συγγραφέας που μετέφρασε τη Βίβλο στα Αραμαϊκά, ήταν ένας γκερ τζεντέκ. Το ίδιο επίσης ήταν και η Ρουθ.

         

Η Ρουθ ήταν μια Μωαβή πριγκίπισσα η οποία ήταν διαποτισμένη με υψηλά ιδανικά. Δεν την ικανοποιούσε η λατρεία των ειδώλων την οποία ασπαζόταν ο λαός της και όταν της δόθηκε η ευκαιρία, απαρνήθηκε με χαρά το αξίωμα της βασιλείας στη χώρα της και δέχτηκε να ζήσει μια φτωχή ζωή, ανάμεσα σε ανθρώπους που θαύμαζε.

 

          `Ετσι συνέβησαν όλα

 

`Ηταν η εποχή που κυβερνούσαν οι δικαστές στο Ισραήλ. Τα τέκνα του Ισραήλ είχαν αμελήσει την Τορά και έτσι είχαν προκαλέσει την οργή του Θεού. Φοβερός λιμός έπεσε στη χώρα.

           

       Στην Ιουδαία υπήρχε ένας γνωστός άντρας που τον έλεγαν Ελιμέλεχ. `Ηταν ένας πλούσιος έμπορος που δεν ήταν συνηθισμένος στην πείνα και τη φτώχεια και έτσι σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να αποφύγει όλη αυτή τη θλιβερή κατάσταση ήταν να μετακομίσει αλλού. Πήρε τη γυναίκα του Ναομί και τους δυο γιους του και ξεκίνησε για τη Μωάβ.

           

           Η Ρουθ βοήθησε την Εβραϊκή οικογένεια και άρχισε να συγκρίνει το διαφορετικό τρόπο ζωής της με τον δικό της. Καθώς ο θαυμασμός της για τους Εβαϊκούς νόμους και τα έθιμα μεγάλωνε, τόσο μίκραινε η εκτίμησή της για τη , χωρίς νόημα, λατρεία των ειδώλων που πίστευε ο λαός της. `Οταν ένας από τους γιους της Ναομί της ζήτησε να τον παντρευτεί, αυτή δέχτηκε με χαρά και υπερηφάνεια. Δε μετάνιωσε που εγκατέλειψε την πολυτελή ζωή της, το βασιλικό της τίτλο και τις προοπτικές για δόξα και τιμή. Το μόνο που είδε ήταν ο εγωισμός και η ανηλεότητα στο λαό της καθώς και το πόσο διαφορετικοί ήταν οι Εβραίοι, ο λαός στον οποίον ανήκε πια.

 

            Ο καιρός πέρασε και ο Ελιμέλεχ και οι δυο του γιοι πέθαναν. Η Ναομί έμεινε χήρα και φτωχή, χωρίς να ξέρει τι να κάνει ή που να πάει. Γύρισε στη Ρουθ και στην Ορπά, την άλλη νύφη της, επίσης Μωαβή και τους είπε:

 

            «Κόρες μου, πρέπει να φύγω. Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι μου, στο Μπετ Λέχεμ. Τα πράγματα εκεί δεν είναι καλά και δε βλέπω το λόγο γιατί θα πρέπει να υποφέρετε και εσείς. Ακούστε τη συμβουλή μου και γυρίστε πίσω στα πατρικά σας σπίτια. Οι σύζυγοί σας πέθαναν και ίσως εάν πάτε στη χώρα σας να βρείτε άλλους άντρες να παντρευτείτε. Εγώ έχασα για πάντα τους γιους μου αλλά εσείς είστε ακόμα νέες και μπορείτε να ξαναφτιάξετε τη ζωή σας».

 

 Η Ορπά φίλησε γρήγορα την πεθερά της και την αποχαιρέτησε. Αλλά η Ρουθ μίλησε με δάκρυα στη Ναομί και την παρακάλεσε να της επιτρέψει να πάει μαζί της. Την εκλιπάρησε με τα παρακάτω συγκινητικά λόγια: 

 

            «Σε ικετεύω, δε θέλω να σε αφήσω αλλά να σε ακολουθώ. `Οπου και αν πας θα πάω κι εγώ και όπου και αν κατοικήσεις θα κατοικήσω κι εγώ. Ο λαός σου είναι και δικός μου λαός και ο Θεός σου είναι και ο δικός μου Θεός. `Οπου και αν πεθάνεις θα πεθάνω κι εγώ και όπου και αν σε θάψουν θα θαφτώ κι εγώ. Ο Κύριος θα το κάνει αυτό για μένα και ακόμα, τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει παρά μόνο ο θάνατος».

 

            Η Ρουθ ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Η Ναομί της υπενθύμισε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Εβραϊκός λαός σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, αλλά η Ρουθ ήταν αμετάπειστη στην απόφασή της να ακολουθήσει την πεθερά της και να εμμείνει στη νέα της πίστη που είχε γίνει πολύ σημαντική για αυτήν.

            Το μέλλον θα αποδείκνυε ότι η Ρουθ δίκαια θα αμοίβονταν για την απόφασή της αυτή. Ακόμα και για τη φτώχεια της δεν μετάνιωνε.

 

             Είχε φτάσει η εποχή της συγκομιδής, όταν η Ρουθ και η Ναομί έφτασαν στη γη της Ιουδαίας. `Ηταν και οι δύο αποκαμωμένες από το ταξίδι τους και η Ρουθ έπεισε τη Ναομί να ξεκουραστεί ενώ η ίδια θα πήγαινε στα χωράφια του Μπετ-Λέχεμ για να δει τι τρόφιμα θα μπορούσε να βρει για να φάνε και να πάρουν δυνάμεις.

 

            Η Ρουθ πήγε σε ένα χωράφι όπου δούλευαν πολλοί άντρες. `Εκοβαν το καλαμπόκι, το έκαναν δεμάτια, το στοίβαζαν σε κάρα και τα μετέφεραν μακριά. Διστακτική, αλλά σπρωγμένη από την πείνα της και από τη σκέψη ότι έπρεπε να βρει κάτι για την αγαπημένη της πεθερά, η Ρουθ προχώρησε μέσα στο χωράφι και κάθισε για λίγο να αναπαυθεί και να δει τι τύχη θα μπορούσε να έχει εκεί.

            Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε μια φωνή να της λέει ευγενικά: «Ο Θεός μαζί σου, ξένη!».

            Η Ρουθ άκουσε τον ευγενικό χαιρετισμό και χάρηκε όταν το ίδιο πρόσωπο συνέχισε να λέει:

            «`Ελα στο χωράφι. Μην ντρέπεσαι! Πάρε μερικά καλαμπόκια να φας και να ξεγελάσεις την πείνα σου!».

            `Ηταν ο Βοάζ, ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αυτός που είχε μιλήσει στη Ρουθ. Εκείνο τον καιρό, ο Βοάζ εκτελούσε χρέη δικαστή για τον εβραϊκό λαό.

            Η Ρουθ τον ευχαρίστησε και μάζεψε μερικά καλαμπόκια. Καθώς ήταν έτοιμη να φύγει, ο Βοάζ την παρακίνησε να μείνει και να μαζέψει όσα "πέα" είχαν αφήσει οι θεριστές στις γωνίες του αγρού.

            «Τι είναι πέα;», ρώτησε η Ρουθ.

            «Σύμφωνα με την Τορά μας όταν ο ιδιοκτήτης του χωραφιού μαζέψει τα σιτηρά είναι υποχρεωμένος να αφήσει μία γωνία του χωραφιού για τους φτωχούς, αυτούς που τα έχουν ανάγκη και τους ξένους  και να πάνε να τα μαζέψουν μόνοι τους» απάντησε ο Βοάζ.

            «Τι υπέροχο!» αναφώνησε η Ρουθ. Και έμεινε λίγο ακόμα για να κόψει το καλαμπόκι από μια γωνία του χωραφιού. Και μετά ετοιμάστηκε πάλι να φύγει.

            «Δε χρειάζεται να φύγεις ακόμα» την απέτρεψε πάλι ο Βοάζ. «Γιατί δε μένεις λίγο να πάρεις και λέκετ;».

            «Τι σημαίνει λέκετ;» ρώτησε η Ρουθ.

            «Σύμφωνα με την Τορά μας εάν ένας θεριστής παραλείψει να κόψει τα σπαρτά με το δρεπάνι του ή του πέσουν κάτω και ξεχάσει να τα μαζέψει, απαγορεύεται να γυρίσει πίσω να τα πάρει. Πρέπει να τα αφήσει σαν ‘σταχυολογήματα’ για τους φτωχούς και τους ξένους.» εξήγησε υπομονετικά ο Βοάζ.

 

  Η Ρουθ δεν είπε τίποτα, δεν είδε όμως το λόγο γιατί να μην επωφεληθεί από τους νόμους της Τορά που, άλλωστε, και η ίδια είχε αποδεχτεί με χαρά.

 

         `Οταν γέμισε ένα ολόκληρο καλάθι, πήγε στον Βοάζ, τον ευχαρίστησε ειλικρινά και ετοιμάστηκε να φύγει.

            «Δε χρειάζεται να φύγεις» την καλόπιασε ο Βοάζ. «Υπάρχει ακόμα το σσικχά που μπορείς να πάρεις».

            «Η φροντίδα που προβλέπει η Τορά για τους λιγότερο τυχερούς, είναι απεριόριστη» είπε η Ρουθ. «Τώρα πες μου σε παρακαλώ, τι είναι η σσικχά;».

            «Κατά τη μεταφορά των σιτηρών στο σιτοβολώνα του ιδιοκτήτη είναι πιθανόν να ξεχαστούν μερικά δεμάτια στον αγρό. Η Τορά απαγορεύει στον ιδιοκτήτη να γυρίσει και να τα πάρει. Αντιθέτως πρέπει να τα αφήσει για τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τους ξένους».

 

            Η Ρουθ ήταν πολύ ευτυχισμένη με την καλή της τύχη. Μάζεψε πιο πολλά από όσα μπορούσε να μεταφέρει. `Εκανε καλές προμήθειες γι’αυτήν και τη Ναομί. Ευχαρίστησε τον Βοάζ για άλλη μια φορά και υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει.

 

            Η Ρουθ ήταν γεμάτη χαρά καθώς πήγαινε βιαστικά προς την πεθερά της για να της διηγηθεί όλα όσα συνέβησαν στο χωράφι του Βοάζ. Η Ναομί ήταν πολύ ευτυχισμένη που ο Βοάζ, ο ευγενής ιδιοκτήτης γης, είχε δείξει την εύνοιά του στη Ρουθ. Της είπε επίσης ότι ο Βοάζ ήταν συγγενής του Ελιμέλεχ.

 

            Εν τω μεταξύ, ο Βοάζ είχε ρωτήσει για την ξένη που είχε αιχμαλωτίσει την καρδιά του και έμαθε ότι ήταν η χήρα νύφη της Ναομί. Και όταν ο Βοάζ ζήτησε από τη Ρουθ να τον παντρευτεί, η Ναομί την παρακίνησε να το κάνει.

            Και έτσι η Ρουθ αμοίφθηκε αναπάντεχα με ευημερία και ευτυχία.

            Η Ρουθ και ο Βοάζ απέκτησαν ένα γιο που τον ονόμασαν Οβέντ και έγινε πατέρας του Ιεσσέ. Ο μικρότερος γιος του Ιεσσέ ήταν ο Δαυίδ, που έγινε ο εκλεκτός του Κυρίου και ο αγαπημένος βασιλιάς όλου του Εβραϊκού λαού.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ    ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ    ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΡΟΥΘ

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ    ΟΝΟΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΣΑΒΟΥΟΤ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΣΑΒΟΥΟΤ