Ο μύθος της ελεημοσύνης

Οι Εβραίοι δεν πιστεύουν στην ελεημοσύνη. 

Μην σας ξεγελά η θρυλική φιλανθρωπίας τους, η πληθώρα κοινωνικών και ανθρωπιστικών οργανώσεων. Οι Εβραίοι δεν εκτελούν ελεημοσύνες και αυτή η έννοια δεν υπάρχει καν στην Εβραϊκή παράδοση.

Αντί για ελεημοσύνη οι Εβραίοι δίνουν Τζεντακά που σημαίνει «δικαιοσύνη» και «εντιμότητα». Όταν ένας Εβραίος δίνει τον οβολό, το χρόνο και τον κόπο του στους άπορους, δεν είναι φιλάνθρωπος, γενναιόδωρος ή ελεήμων. Κάνει αυτό που θεωρεί έντιμο και δίκαιο.

Η παρακάτω ιστορία μας λέει για έναν πλούσιο χασσιδιστή που έλαβε κάποτε ένα γράμμα από το ραβίνο του, Αβραάμ Γεοσσουά Εσσέλ από την Άπτα ο οποίος τον παρακαλούσε να δώσει 200 ρούβλια προκειμένου να σώσει έναν ομόθρησκό του από την οικονομική καταστροφή. Ο πλούσιος χασσιδιστής πάντα βοηθούσε στις φιλανθρωπίες του ραβίνου του, αλλά η συγκεκριμένη επιστολή έφτασε σε οικονομικά ακατάλληλη στιγμή και παρακαλούσε για ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσόν. Μετά από βαθιά σκέψη ο χασσιδιστής αποφάσισε να μην ανταποκριθεί στην παράκληση του Ραβίνου.

Μετά από λίγο καιρό, τα κέρδη του χασσιδιστή άρχισαν να φθίνουν. Η μία επιχειρηματική αποτυχία έφερνε την άλλη. Όχι πολύ αργότερα, τα είχε χάσει όλα. 

«Ραβίνε», φώναξε όταν συνάντησε το Ραβίνο Αβραάμ Γεοσσουά, «ξέρω γιατί μου συνέβη αυτό. Μα ήταν το αμάρτημά μου τόσο σοβαρό ώστε να αξίζω μια τέτοια αυστηρή τιμωρία; Και είναι σωστό να τιμωρείται κανείς χωρίς προειδοποίηση; Εάν μου είχες πει πόσο σημαντικό ήταν να δώσω τα 200 ρούβλια, θα είχα ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες που μου σημείωνες στο γράμμα!».

«Μα δεν τιμωρήθηκες» απάντησε ο Ραβίνος.

«Τι εννοείς; Όλη μου η περιουσία χάθηκε!».

«Μα δεν έχασες τίποτα δικό σου» είπε ο Ραβίνος. «Βλέπεις όταν η ψυχή μου κατέβηκε στη γη, μου παραχωρήθηκε μια συγκεκριμένη ποσότητα υλικών πόρων για να τη χρησιμοποιήσω στη δουλειά μου. Παρόλα αυτά, οι μέρες και οι νύχτες μου είναι γεμάτες με προσευχές, μελέτη και διδάγματα από την Τορά καθώς και συμβουλές σε όσους έρχονται σε μένα για να τους καθοδηγήσω. Έτσι δε μου μένει χρόνος για να διαχειριστώ όλα αυτά τα χρήματα. Όλοι αυτοί οι πόροι λοιπόν έχουν τοποθετηθεί υπό την επίβλεψη ενός αριθμού «τραπεζιτών» - ανθρώπων που θα αναγνώριζαν το καθήκον τους να υποστηρίξουν τη δουλειά μου. Όταν εσύ απέτυχες να εξυπηρετήσεις το ρόλο σου, ο λογαριασμός σου μεταφέρθηκε σε άλλον τραπεζίτη».

Στον κόσμο μας, που τόσο εμφανώς - και συχνά με βία – διχοτομείται από πλούτο και φτώχεια, υπάρχουν δύο γενικές απόψεις σχετικά με την ευμάρεια και την περιουσία:

Α) Ότι αυτά αποτελούν νόμιμη κατοχή εκείνων που τα κέρδισαν ή τα κληρονόμησαν. Εάν επιλέξουν να μοιραστούν ένα μικρό μέρος των κεκτημένων τους με τους άλλους, αυτή είναι μια ευγενική πράξη, αξιοσέβαστη και αξιέπαινη.

Β) Ότι η άνιση διανομή των πόρων της γης στους κατοίκους της είναι κοροϊδία. Η κατοχή περισσότερων αγαθών από αυτά που μας αναλογούν είναι αδικία, ακόμα και έγκλημα. Η προσφορά στους άπορους δεν είναι «καλή πράξη», αλλά αποκατάσταση κάποιου λάθους.

Η Εβραϊκή παράδοση απορρίπτει και τις δύο απόψεις. Σύμφωνα με το νόμο της Τορά, η προσφορά στους άπορους είναι μιτσβά – μια εντολή και μια καλή πράξη. Αυτό σημαίνει ότι από τη μία πλευρά δεν είναι μια αυθόρμητη πράξη αλλά καθήκον και υποχρέωση. Από την άλλη, είναι μία καλή πράξη – ένα «συν» για κάποιον που αναγνωρίζει και εκτελεί τις υποχρεώσεις του.

Οι Εβραίοι πιστεύουν ότι ο υλικός πλούτος δεν είναι έγκλημα αλλά μια ευλογία από το Θ-ό. Κάποιος που έχει λάβει αυτήν την ευλογία θα πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του «τραπεζίτη» του Θ-ού – κάποιος που έχει το προνόμιο της εμπιστοσύνης από το Δημιουργό του, το ρόλου της διαχείρισης των πόρων της δημιουργίας Του προς όφελος των άλλων.

Ο Θ-ός θα μπορούσε να είχε παραχωρήσει ίσα μερίδια από τον κόσμο Του, σε όλους τους κατοίκους του. Μετά από αυτό, όμως, ο κόσμος δεν θα ήταν τίποτε άλλο από μια έκθεση των δημιουργικών δυνάμεων του Θ-ού, προβλέψιμος όπως ένα παιχνίδι στον υπολογιστή και στατικός σαν βιτρίνα μουσείου. Ο Θ-ός ήθελε έναν κόσμο δυναμικό – έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος επίσης είναι και δημιουργός και πάροχος. Ένας κόσμος στον οποίον ο έλεγχος έχει δοθεί, μέχρι ένα σημείο, στα πλάσματα τα οποία έχουν τη δύναμη να επιλέγουν ανάμεσα στην εκπλήρωση ή την απόρριψη του ρόλου τους.

Έτσι ο Εβραϊκός νόμος απαιτεί από το κάθε άτομο να δίνει Τζεντακά, ακόμα και από κάποιον που συντηρείται από τη Τζεντακά των άλλων. Εάν ο σκοπός της Τζεντακά ήταν μόνο να λειάνει την άνιση διανομή του πλούτου ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, ο νόμος αυτός δεν θα είχε κανένα νόημα. Η Τζεντακά, ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο από αυτό: είναι η ευκαιρία που δίνεται σε κάθε άτομο να γίνει ένας «συνέταιρος με το Θ-ό στη δημιουργία».

Η Τζεντακά είναι πάνω από όλα, μια εμπειρία που μας κάνει ταπεινούς. Μπροστά μας στέκεται ένα άτομο λιγότερο τυχερό από εμάς. Ξέρουμε ότι ο Θ-ός θα μπορούσε εύκολα να του παράσχει όλα όσα ζητά, αντί να τον στείλει σε εμάς για τις ανάγκες του.

Με τον ίδιο τρόπο, εάν η Θεία πρόνοια μας τοποθετεί στο άκρο της αποδοχής μιας φιλανθρωπίας, η εμπειρία αυτή δεν χρειάζεται να μας αποθαρρύνει. Διότι γνωρίζουμε ότι ο Θ-ός θα μπορούσε απλά να μας έχει δώσει από μόνος Του, όλα όσα χρειαζόμαστε και ότι δίνουμε στο άλλο άτομο την ικανότητα να κάνει μια Θεϊκή πράξη. Ο «ευεργέτης» μας, μας δίνει χρήματα ή άλλους πόρους. Εμείς του δίνουμε κάτι μεγαλύτερο, την ευκαιρία να γίνει συνέταιρος με το Θ-ό στη δημιουργία.

Με τα λόγια των σοφών μας: «Περισσότερα από όσα κάνει ο πλούσιος για το φτωχό, κάνει ο φτωχός για τον πλούσιο».