Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας ζούσε ένας ευγενικός και αξιοσέβαστος άνθρωπος που τον έλεγαν Ιεσσέ. Είχε οχτώ έξυπνους και προικισμένους γιους, ο νεότερος από τους οποίους ήταν ο Δαυίδ. Ο Δαυίδ ήταν ένας ταπεινός νέος και φύλαγε τα κοπάδια του πατέρα του. Την καρδιά του ζέσταινε η αγάπη για το Θεό και το λαό Του, κάτι το οποίο εξέφραζε στους ψαλμούς και έπαιζε στη λύρα του.

 

`Ενιωθε επίσης βαθιά αγάπη για τα αρνιά του και κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα. `Οσες φορές έβγαζε τα κοπάδια του να βοσκήσουν πήγαινε τα μικρά αρνάκια στο φρέσκο και τρυφερό χορτάρι, γιατί δεν είχαν καθόλου δόντια.

 

`Οταν τα αρνάκια  έτρωγαν τα νόστιμα εδέσματα, πήγαινε εκεί τα πιο γέρικα πρόβατα και τις γέρικες αγελάδες, που τα δόντια τους ήταν αδύναμα για να φάνε το μεσαίο μέρος των μίσχων που ήταν ακόμα μαλακό γι’αυτά. Τέλος πήγαινε στον αγρό τα νεαρά πρόβατα και τα βόδια που τα δόντια τους ήταν γερά, για να φάνε το μέρος από το χορτάρι που ήταν πιο κοντά στις ρίζες.

 

Είχε ανεξάντλητη φυσική δύναμη και δε φοβόταν κανένα άγριο ζώο. Στην πραγματικότητητα δε φοβόταν κανέναν και τίποτα, παρά μόνο το Θεό. Και όταν κάποιο λιοντάρι ή αρκούδα επιτίθονταν στα κοπάδια του για να καταβροχθίσει κανένα πρόβατο ή καμιά αγελάδα, ο Δαυίδ έπεφτε στο άγριο θηρίο και το έδιωχνε μακριά, σώζοντας τη λεία του από βέβαιο θάνατο.

 

Και έτσι είπε ο Θεός: «Σε κάποιον που περιποιείται τα ζώα του με τόση

αφοσίωση και το καθένα σύμφωνα με τις ανάγες του, μπορώ να του αναθέσω με ασφάλεια τη φροντίδα των ιερών αμνών Μου, του λαού Μου».

Ο προφήτης Σαμουήλ ήταν πολύ λυπημένος που ο Βασιλιάς Σαούλ είχε διαψεύσει τις ελπίδες του στον πόλεμο εναντίον του Αμαλήκ και είχε κατά συνέπεια αποδειχθεί ανάξιος για το στέμμα. Ο Θεός όμως είπε στο Σαμουήλ: «Σταμάτα να κλαις! Πήγαινε στη Βηθλεέμ και εκεί θα δώσεις το χρίσμα του μελλοντικού βασιλιά, σε ένα από τους γιους του Ιεσσέ. Το Εβραϊκό βασίλειο θα παραμείνει σε αυτόν και στα παιδιά του, και στα παιδιά των παιδιών του για πάντα, γιατί αυτός είναι ο κατάλληλος».

 

Ο προφήτης Σαμουήλ πήγε στη Βηθλεέμ και ενημέρωσε τον Ιεσσέ για την εντολή του Θεού. Ο Ιεσσέ έφερε μπροστά στον προφήτη όλους τους γιους του, έναν έναν χωριστά. Ο Σαμουήλ θέλησε να δώσει το χρίσμα στο μεγαλύτερο γιο του που ήταν όμορφος, έξυπνος και είχε ευγενικό χαρακτήρα. Αλλά ο Θεός του είπε: «`Οχι αυτόν!».

 

Προσπάθησε να χρίσει τον δεύτερο, αλλά το λάδι χάθηκε από το κέρας για το χρίσμα, έτσι ο προφήτης Σαμουήλ κατάλαβε πως ούτε αυτός ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς. Το ίδιο συνέβη με όλους τους γιους του Ιεσσέ. Ο Σαμουήλ βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Κατάλαβε πως ο Θεός τον τιμωρούσε και αναφώνησε: «Είμαι ο προφήτης» και τώρα ήταν ανίκανος να δει ποιος θα ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς.

 

«`Εχεις και άλλο γιο;» ρώτησε ο προφήτης Σαμουήλ τον Ιεσσέ.

«Ναι» απάντησε ο Ιεσσέ, «ο μικρότερός μου ο γιος, ο Δαυίδ που είναι στον αγρό και φυλάει τα κοπάδια μου...»

 

Ο Σαμουήλ ζήτησε να του φέρουν αμέσως μπροστά του τον Δαυίδ και καθώς στάθηκε μπροστά του, το λάδι γέμισε πάλι το κέρας. Ο Σαμουήλ άκουσε τότε τη φωνή του Θεού που του έλεγε: «Αυτός είναι ο ένας που έχω διαλέξει». Τότε ο προφήτης έχρισε το Δαυίδ σαν το βασιλιά που θα διαδέχονταν τον Σαούλ και επέστρεψε σπίτι του.

 

Ποια ήταν η συμπεριφορά του Δαυίδ από αυτή τη στιγμή και μετά; `Εγινε υπερόπτης; Ντύθηκε με βασιλικά ενδύματα; `Οχι, καθόλου. Αντίθετα, πήγε πίσω στα πρόβατά του. `Ενα ουράνιο πνεύμα, όμως τον περιτύλιγε. Οι προσευχές του, οι Ψαλμοί του και η μουσική του, διάχυτες από το Θεϊκό πνεύμα ταξίδεψαν και διαδόθηκαν κατά μήκος των λόφων της Ιουδαίας και όποιος της άκουγε ένιωθε σαν μια καινούργια ψυχή να ξυπνά μέσα του. Ο λυπημένος γέμιζε χαρά. Ο απογοητευμένος ένιωθε την καρδιά του να ξαναζωντανεύει. Αυτοί που είχαν χάσει τις ελπίδες τους ξανάβρισκαν την πίστη τους και φώναζαν: «Ακούστε! Είναι ο Δαυίδ, ο γιος του Ιεσσέ, αυτός που τραγουδάει!».

 

Και όταν ο Βασιλιάς Σαούλ βυθίστηκε στην απόγνωση, έμαθε ότι υπήρχε ένας υπέροχος νέος που όταν έπαιζε την άρπα του και τραγουδούσε, μπορούσε να διώξει μακριά όλα τα κακά πνεύματα. Από τότε ο Δαυίδ έπαιζε και τραγουδούσε μπροστά στο Βασιλιά Σαούλ, ηρεμώντας και παρηγορώντας τον.

 

Ακόμα και όταν ανέβηκε στο θρόνο, ο Δαυίδ κρατούσε την άρπα δίπλα του. Ακριβώς τα μεσάνυχτα, ένα ανάλαφρο αεράκι έπαιζε τις χορδές και τότε ο Βασιλιάς Δαυίδ ξύπναγε, σηκωνόταν από το κρεβάτι του και συνέθετε γλυκά, αγιασμένα τραγούδια γνωστά σαν τους Ψαλμούς του Δαυίδ που δοξάζουν το Θεό.

 

Η φήμη του Βασιλιά Δαυίδ εξαπλώθηκε και στα γειτονικά έθνη. Ανέλαβε το έργο της επιβολής της ειρήνης και όλοι οι βασιλείς τριγύρω επιθυμούσαν να συνάψουν συμφωνίες ειρήνης μαζί του. Στα βορειοδυτικά της γης του Ισραήλ βρίσκονταν το βασίλειο της Τύρου, ξακουστό για τους τεχνίτες του, ο κυβερνήτης του οποίου ήταν ο Χιράμ. Ο Χιράμ, ο βασιλιάς της Τύρου έστειλε τους χτίστες και τους τεχνίτες του για να χτίσουν ένα μεγαλοπρπές παλάτι για τον Βασιλιά Δαυίδ και μεγαλοπρεπή κτίρια στη νέα πρωτεύουσα του βασιλείου του Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ.

 

Ο Βασιλιάς Δαυίδ θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένος, αλλά όταν σκεφτόταν ότι το παλάτι και η πρωτεύουσά του θα χτίζονταν με μεγαλοπρέπεια ενώ η ιερή Κιβωτός του Θεού θα βρίσκονταν ακόμα σε μια σκηνή, σκεπασμένη μόνο με κουρτίνες, ένιωθε δυσαρέσκεια.

 

Ο Δαυίδ ήξερε ότι η Ιερουσαλήμ θα αποτελούσε το κέντρο όπου θα ένωνε τους απανταχού Εβραίους κάτω από την ιδέα του ενός Θεού, της μιας Τορά και του ενός Λαού. Για το λόγο αυτό αποφάσισε να χτίσει το Μπετ Αμικντάσς, τον Ιερό Ναό.

 

Παρουσιάστηκε όμως μπροστά του ο σταλμένος από το Θεό, προφήτης Νάθαν και του είπε: «Η καλή πρόθεση προέρχεται από μια αγνή καρδιά. Το καθήκον, ωστόσο, της κατασκευής ενός Σκηνώματος για το Θεό δε θα ανατεθεί σε εσένα. Το σκήνωμα θα είναι τόπος γαλήνης. Εσύ πολέμησες σε πολλές μάχες. Τα χέρια σου έκαναν το αίμα να τρέξει σε αυτούς τους πολέμους, το αίμα αμαρτωλών, βέβαια, αλλά  ανθρώπινο αίμα. Για το λόγο αυτό δεν μπορείς να χτίσεις το Σκήνωμα της ειρήνης. Το ιερό αυτό έργο θα πραγματοποιηθεί από το γιο σου Σολομώντα, που η βασιλεία του θα είναι ειρηνική (το όνομα Σολομών, Σσλόμο προέρχεται από την Εβραϊκή λέξη για την ειρήνη, Σσαλόμ). Αυτός θα κάνει πράξη τις δικές σου αγνές προθέσεις».

 

Φυσικά ο Βασιλιάς Δαυίδ έπρεπε να δεχτεί την προφητεία του Θεού όπως την είπε ο προφήτης Νάθαν, αν και ήταν βαθιά λυπημένος που δε θα μπορούσε να δει ποτέ τον οίκο του Θεού και όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν ότι ο γιος του θα θεωρούνταν άξιος να αναλάβει την τιμή της κατασκευής του Ιερού Ναού.

 

Παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως δε θα έπαιρνε μέρος σε αυτό το άγιο έργο, ο Δαυίδ άρχισε να μαζεύει τα υλικά που ήταν απαραίτητα για το χτίσιμο καθώς και χρήματα για να τα αγοράσει. Την επίβλεψη των θησαυρών που είχε συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, χρυσό και ασήμι και χαλκό, πολύτιμες πέτρες και ξύλο, την είχε αναθέσει σε έναν άντρα που ονομάζονταν Σσαμπουέλ, απόγονο του Μωυσή, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το θησαυρό.

 

Ο Βασιλιάς Δαυίδ δε μερίμνησε μόνο για τα υλικά αλλά με τη βοήθεια των Σανχεντρίν που εμπνέονταν από το Θεϊκό πνεύμα, ταχτοποίησε το θέμα της σειράς λειτουργίας των Κοανίμ και των Λεβιτών. `Ετσι, αργότερα ο Βασιλιάς Σολομών είχε στα χέρια του ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παράλληλα με τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή του Ιερού Ναού.

 

Ο Δαυίδ πέθανε το Σσαμπάτ που συνέπεφτε με τη γιορτή του Σσαβουότ, το έτος 2924 (837 χρόνια πριν την κοινή εποχή). Η βασιλεία του διήρκεσε για σαράντα χρόνια (2884-2924). Τα πρώτα επτά χρόνια βασίλεψε στη Χεβρώνα σαν ηγέτης της φυλής του Ιούδα, ενώ τα υπόλοιπα τριάντα τρία χρόνια βασίλεψε στην Ιερουσαλήμ σαν ηγέτης όλου του Ισραήλ. Για έξι μήνες ωστόσο, κατά την περίοδο της επανάστασης του Αβεσαλώμ, ήταν στην εξορία.

 

 

O Mπαάλ Σσεμ Τοβ    Ο Βασιλιάς Δαυίδ   Η Ρουθ

 

O Pροφήτης Ιεζεκιήλ   O Pροφήης Χαμπακούκ