Ολοκαύτωμα και Πίστη

Δεν υπάρχουν λέξεις τόσο κακιές, ούτε εικόνες τόσο παραστατικές, ούτε φαντασία τόσο αρρωστημένη για να απεικονίσουν αυτό που υπέμειναν οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας, τα αδέλφια μας και οι αδελφές μας, οι γιοί και οι κόρες μας, τα νήπια και τα αγέννητα παιδιά στα νύχια των φονιάδων τους.

Έξι εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν για έναν και μόνο λόγο. Επειδή ήταν Εβραίοι. Δεν τους ενδιέφερε αν ο Εβραίος ενδιαφερόταν για την εβραικότητα του. Δεν τους ένοιαζε αν ήταν θρήσκος ή όχι. Ένας Εβραίος ήταν ένας Εβραίος. Οι εχθροί μας ήταν ικανοί να ξεριζώσουν γενειάδες, να στιγματίσουν χέρια, να βγάζουν δόντια, να κάψουν κορμιά. Αλλά δεν μπορούσαν να διεισδύσουν σε μυαλά, καρδιές, ψυχές και φρονήματα. Η Εβραϊκή νεσσαμά δεν μειωνόταν και μόνο ισχυροποιούνταν. Είναι αξιοσημείωτο, ίσως θαυματουργό, ότι υπήρχαν Εβραίοι που μέσω της δοκιμασίας τους προσκολλήθηκαν στην Τορά, τον ηθικό και νομικό κώδικα που έχει καθοδηγήσει τις ζωές μας από το Σινά έως τις μέρες μας. Στα γκέττο, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στο μέσον των πορειών θανάτου συνέχισαν να αναζητούν καθοδήγηση στην Τορά, θέτοντας ερωτήσεις στους ραβίνους τους και τους πνευματικούς ηγέτες. Όταν ο κόσμος δεν είχε νόημα, αυτοί ακόμα αναζητούσαν την διαβεβαίωση ότι οι πράξεις τους, τα λόγια τους και οι σκέψεις τους ήταν αγνές και ιερές. Όταν ο κόσμος αγνόησε τον Θ-ό και τις εντολές Του, αυτοί ήταν αποφασισμένοι να μην τις αγνοήσουν.

Πιο αξιοσημείωτες από τις ίδιες τις απαντήσεις είναι οι ίδιες οι ερωτήσεις τους κι ο τρόπος με τον οποίον αυτές οι πολύτιμες ψυχές μοιάζουν να μην βλέπουν τίποτα το ηρωικό στο γεγονός ότι τους ρωτούν. Όσον αφορά τους εαυτούς τους απλά μοιάζουν σαν Εβραίοι που ζουν σαν Εβραίοι. Όπως μια γυναίκα σε γκέτο που μόλις είχε γεννήσει ήθελε να μάθει αν μπορούσε να κάνει περιτομή στο νεογέννητό της μωρό πριν από την όγδοη μέρα επειδή φοβόταν ότι εκείνο δεν θα ζούσε ούτε για μια εβδομάδα. Άλλοι ρωτούσαν κατά πόσον θάπρεπε να πουν προσευχές για το φαγητό όταν το φαγητό δεν ήταν κασσέρ. Ένας άνδρας στον οποίον είπαν ότι είναι πολύ άρρωστος για να νηστέψει το Γιόμ Κιπούρ κι επομένως του απαγορευόταν να το κάνει σύμφωνα με τους νόμους της Τορά παρακάλεσε να μάθει αν παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε να αποφύγει το φαγητό. Αν και σε όλη του την ζωή δεν τηρούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα ήθελε να πεθάνει ξέροντας ότι είχε κάνει ταανίτ το τελευταίο του Κιπούρ. Ένας πατέρας ήθελε να μάθει αν του επιτρεπόταν να σώσει τον μοναχογιό του, που ήταν γραμμένος στον κατάλογο για να θανατωθεί, μέσω δωροδοκίας, ενώ ήξερε ότι αν σωζόταν το παιδί του, θα έπαιρναν στη θέση του ένα άλλο αθώο παιδί.

Αυτοί οι Εβραίοι ήθελαν να μάθουν τι είχε να πει ο νόμος της Τορά πάνω σ’ αυτά τα θέματα και ήταν καθήκον του Ραβίνου να βρει τις απαντήσεις. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτές οι ερωτήσεις ρωτήθηκαν ή απαντήθηκαν. Είμαστε ένας λαός που έχει γνωρίσει μεγάλη ταλαιπωρία και διωγμούς. Και είμαστε ένας λαός που ήθελε πάντα να κάνει αυτό που ήταν σωστό, που ήταν ιερό, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις.

Με κάθε χρόνο που περνάει πρέπει να θυμόμαστε τον τρόμο και το πως πέθανε ο λαός μας. Αλλά είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε πως έζησαν τις ζωές τους. Και κάνοντάς το αυτό τιμούμε τον σεβασμό, την δύναμη και την πίστη που είχαν αυτοί οι Εβραίοι.