Βοήθεια! Τα παιδιά μου μαλώνουν!
Του Γιαακόβ Λίντερ
Οι αδερφικοί τσακωμοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της οικογενειακής ζωής. Αυτό όμως που μπορεί να αποδειχθεί ακόμα πιο καταστροφικό, μακροπρόθεσμα, είναι το γεγονός πως οι γονείς αναμένεται να έχουν το ρόλο του δικαστή – από τα ίδια τα παιδιά, από τους άλλους ακόμα και από τον ίδιο τους τον εαυτό.
Δύο παιδιά που κλαίνε και δείχνουν το ένα το άλλο με το δάχτυλο, μας πλησιάζουν φωνάζοντας: «Αυτή έφταιγε», «Αυτός άρχισε», «Μου πήρε το παιχνίδι μου». Είναι πολύ εύκολο τότε για ένα γονιό να πέσει στην παγίδα της απόπειρας διαχωρισμού του ένοχου μέρους από το αθώο.
Εάν είστε ευλογημένοι με δύο ή περισσότερα παιδιά, το πιθανότερο είναι να κάνετε το δικαστή, κάμποσες ώρες την εβδομάδα. Όπως πολλοί γονείς, μάλλον θεωρείτε καθήκον σας να κάθεστε και να ακούτε το κάθε μέρος με προσοχή, να εξετάζετε τους αντίδικους και να παρακολουθείτε τις μαρτυρίες τους. Τη στιγμή που ετοιμάζεστε να αναγγείλετε την ετυμηγορία σας, τα παιδιά έχουν ήδη ξεχάσει τις διαφορές τους και ξεκινάνε για νέες περιπέτειες.
Το λάθος με αυτή την τακτική – εκτός από τη σπατάλη χρόνου και ενέργειας – είναι το δίδαγμα που δίνουμε στα παιδιά μας, ότι σε κάθε διαμάχη υπάρχει πάντα ένας ένοχος και η λύση είναι να κατηγορήσουμε αμέσως το μέρος αυτό.
Ένας παιδοψυχολόγος μου είπε πρόσφατα κάτι απλό: εάν δύο παιδιά διαμαρτύρονται για μια διαφωνία τους (εκτός αν ένα από αυτά είναι γνωστό για την αγριότητά του) πρέπει να τιμωρούνται και τα δύο! Στείλτε τα στο δωμάτιό τους. Έτσι μαθαίνουν να λύνουν τις διαφορές τους μόνα τους, σταματώντας απλά την αρνητική συμπεριφορά που προκάλεσε τον καυγά. Δεν θα κοιτούν ποιος φταίει γιατί έτσι θα τους παίρνει περισσότερο χρόνο να επιλύσουν τις διαφορές τους, ενώ μια γρήγορη απόφαση σημαίνει περισσότερο χρόνο για παιχνίδι.
Η τάση στο παιδί να κατηγορεί κάποιον άλλο για οποιοδήποτε λάθος, είναι φυσική: αν δεν απαλλαγεί από αυτήν τη συμπεριφορά νωρίς, θα την κουβαλά σε όλη του τη ζωή. Όταν με επισκέπτονται δύο άνθρωποι που μεταξύ τους έχει προκύψει μια διαφωνία, ανακαλύπτω με έκπληξη τις δυνατότητες του καθενός να αναφέρει ακριβώς το ρόλο του αντίπαλου στη δημιουργία του προβλήματος. Ακούω πράγματα του τύπου: «Αν σταματούσε να με κρίνει» ή «Γιατί να είναι τόσο πεισματάρης;» ή «Είναι πολύ αγενής απέναντί μου, αν άλλαζε λίγο δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα».
Έχουμε την τάση να εστιάζουμε όλη μας την ενέργεια στο ρόλο του αντιπάλου όσον αφορά τη δημιουργία της διαμάχης. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το μέρος του προβλήματος, το οποίο είμαστε οι λιγότερο αρμόδιοι να αντιμετωπίσουμε και να διορθώσουμε! Δεν μπορούμε να ασκήσουμε κανέναν έλεγχο σε αυτό που ο άλλος σκέφτεται, νιώθει ή πράττει. Εστιάζοντας όμως στα δικά μας αισθήματα και έργα, για τα οποία έχουμε τον απόλυτο έλεγχο, μπορούμε να επιτύχουμε τις αλλαγές εκείνες που θα μας βοηθούσαν στη συνέχεια, να λύσουμε το πρόβλημά μας.
Είναι σχεδόν αδύνατο να συναντήσουμε διαφωνία όπου το ένα μέρος έχει 100% δίκιο και το άλλο 100% άδικο. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, κάθε ένα από τα δύο μέρη συντελεί στην έκρηξη της διαφωνίας. Έχουμε την ευκαιρία να λύσουμε τις διαφορές μας εξετάζοντας με ειλικρίνεια το δικό μας ρόλο στη διαμάχη. Αν επιστρατεύσουμε όλο μας το κουράγιο και βάζοντας στην άκρη το Εγώ μας αναλάβουμε την ευθύνη για το ρόλο μας στη διαμάχη, θα ενθαρρύνουμε και τον αντίπαλό μας να κάνει το ίδιο.
Δοκιμάστε το, πιάνει! Και το πιο σημαντικό είναι να το διδάξετε στα παιδιά σας, όσο αυτά είναι μικρά – τότε που οι διαφωνίες τους είναι ακόμα αθώες και τα μυαλά τους αρκετά ανοιχτά για να μάθουν μια τέτοια αλήθεια.
