Μνήμη

Ντεβαρίμ είναι η Παρασσά που συνδέεται με το Τισσά Μπ’Αβ, την Εβραϊκή εθνική μέρα πένθους. Το Σσαμπάτ αυτό, ακούμε την περίφημη Αφταρά (ανάγνωσμα από τους Προφήτες) του Χαζόν, το «Όραμα του Ησαϊα»  που το διαβάζουμε πάντα πριν το Τισσά Μπ’Αβ. Και μετά το Σσαμπάτ, θα θυμηθούμε την καταστροφή του Ιερού Ναού μας, 2000 χρόνια πριν.

Γιατί όμως θυμόμαστε; Μερικοί δεν καταλαβαίνουν γιατί συνεχίζουμε να μνημονεύουμε το Ολοκαύτωμα που συνέβη μόλις πριν 60 χρόνια! Για πάνω από 19 αιώνες θυμόμαστε και τηρούμε το συμβάν αυτό κι έτσι έγινε η πιο θλιβερή μέρα του ημερολογίου μας. Γιατί; Γιατί δεν λέμε περασμένα ξεχασμένα; Αυτά πέρασαν στην ιστορία. Ότι έγινε έγινε. Γιατί κρατάμε ζωντανά, παλιά και οδυνηρά οράματα; 

Λένε ότι κάποτε ο Ναπολέων περνούσε έξω από το Εβραϊκό γκέτο του Παρισιού, όταν άκουσε κλάμματα και οδυρμούς που έρχονταν από μια συναγωγή. Σταμάτησε να ρωτήσει τι ήταν αυτός ο θρήνος. Του είπαν πως οι Εβραίοι θυμούνταν την καταστροφή του Ναού τους. «Και πότε έγινε αυτό;» ρώτησε ο αυτοκράτορας. «1700 χρόνια πριν» ήταν η απάντηση που πήρε. Τότε ο Ναπολέων δήλωσε με πεποίθηση ότι ένας λαός που δεν ξεχνά το παρελθόν του, είναι γραφτό από τη μοίρα να έχει μέλλον.

Οι Εβραίοι δεν είχαν ποτέ ιστορία. Έχουν μνήμη. Η ιστορία μπορεί να γίνει βιβλίο, μουσείο και ξεχασμένες αρχαιότητες. Η μνήμη είναι ζωντανή. Και η μνήμη εγγυάται για το μέλλον μας.

Ακόμα και ανάμεσα στα ερείπια αρνηθήκαμε να ξεχάσουμε. Ο πρώτος ναός καταστράφηκε από τους Βαβυλώνιους. Καθώς οδηγούσαν το λαό στην αιχμαλωσία, οι Εβραίοι κάθονταν κάτω και έκλαιγαν. «Στα ποτάμια της Βαβυλώνας, καθόμασταν κλαίγοντας και θυμόμασταν τη Σιών». Για ποιο λόγο κλαίγαμε; Για τις χαμένες περιουσίες και δουλειές μας; Όχι. Κλαίγαμε για τη Σιών και την Ιερουσαλήμ. «Εάν ξεχάσω την Ιερουσαλήμ, το δεξί μου χέρι να χάσει την ικανότητά του. Εάν αποτύχω να υψώσω την Ιερουσαλήμ πάνω από την πιο ανέλπιστη χαρά, άσε τη γλώσσα μου να μείνει στο παλάτι της». Δεν κλαίγαμε για τον εαυτό μας ή τη χαμένη μας ελευθερία, αλλά για την ουράνια πόλη και τον Ιερό Ναό. Μέσα στη σκλαβιά ονειρευτήκαμε να ξαναχτίσουμε, μέσα στα χαλάσματα ονειρευτήκαμε να επιστρέψουμε.

Και επειδή αρνηθήκαμε να ξεχάσουμε την Ιερουσαλήμ, επιστρέψαμε. Επειδή αρνηθήκαμε να δεχτούμε την ήττα ή την εξορία σαν οριστικό ιστορικό γεγονός, ξαναχτίσμαε περήφανες Εβραϊκές κοινότητες σε όλο τον κόσμο, ενώ αυτοί που μας νίκησαν χάθηκαν με τον καιρό. Εκείνα τα έθνη έγιναν ιστορία, αλλά εμείς εμπνευσμένοι από τις αναμνήσεις βγήκαμε ανανεωμένοι και αναγενημμένοι. Αυτό θα είναι αλήθεια για πάντα, Αμ Γισραέλ Χαϊ – ο λαός του Ισραήλ ζει!

Μόνο αν αρνηθούμε να ξεχάσουμε, αν θυμόμαστε το Τισσά Μπ’Αβ, μπορούμε να ελπίζουμε ότι μια μέρα θα ξαναχτίσουμε την Ιερουσαλήμ. Πράγματι, το Ταλμούδ μας βεβαιώνει ότι «όποιος πενθεί για την Ιερουσαλήμ, θα αξιωθεί να γίνει μάρτυρας της αναβίωσής της». Μακάρι αυτό να συμβεί σύντομα, στις μέρες μας.