Μόλις ο Μορντεχάϊ έμαθε τα κακά μαντάτα, έσκισε τα ρούχα του, φόρεσε πένθιμα, έβαλε στάχτη στο κεφάλι του και βγήκε στο δρόμο καλώντας όλους τους Εβραίους να μετανοήσουν και να προσευχηθούν στο Θεό. Οταν έφτασε μπροστά απ’ το παλάτι, τον είδαν οι υπηρέτριες της Εστέρ και έτρεξαν αμέσως να ειδοποιήσουν τη βασίλισσα. Εκείνη, ταραγμένη, έστειλε έναν έμπιστο ευνούχο του βασιλιά να πάει να βρεί το θείο της και να τον ρωτήσει γιατί φορούσε πένθιμα ρούχα. Ο Μορντεχάϊ, μέσω του πιστού ευνούχου, της έστειλε ένα αντίγραφο του τοιχοκολλημένου σε όλους τους δρόμους της πρωτεύουσας Βασιλικού Διατάγματος και την προέτρεψε να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά Αχασσβερόσς,  να του αποκαλύψει την καταγωγή της και να τον παρακαλέσει να σώσει τον λαό της από τη σφαγή.

 

Μόλις έμαθε τα κακά νέα, η Εστέρ, νήστεψε επί τρία μερόνυχτα και ζήτησε από τον Μορντεχάϊ να παραγγείλει σ’ όλους τους Εβραίους της Περσικής επικράτειας να κάνουν το ίδιο και να προσευχηθούν στο Θεό για τη σωτηρία τους. `Υστερα, φόρεσε τη λαμπερή βασιλική της στολή και παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά διακινδυνεύοντας την ίδια τη ζωή της, μιά και  απαγορευόταν να επισκεφθεί απρόσκλητη τον βασιλιά. Εκείνος μόλις αντίκρυσε την ωραία βασίλισσά του, τη ρώτησε ποιά ήταν η επιθυμία της. Εκείνη, του απάντησε πως είχε έρθει απλώς για να τον καλέσει σε γιορταστικό δείπνο μαζί με τον πρωθυπουργό Αμμάν.

 

Ο βασιλιάς δέχθηκε την πρόσκληση και την ώρα του δείπνου είπε στην Εστέρ ότι ήταν πρόθυμος να πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες της. Εκείνη, διστάζοντας να του εκφράσει εκείνη τη στιγμή το αίτημά της, προτίμησε να τον ξανακαλέσει σε δείπνο, μαζί με τον Αμμάν, το επόμενο βράδυ όπου του είπε ότι θα του αποκάλυπτε την επιθυμία της κατά τη διάρκεια του δείπνου.

 

Ο Αμμάν έφυγε από το δείπνο ευδιάθετος και πολύ χαρούμενος για τη μεγάλη τιμή που του είχε κάνει η βασίλισσα να τον καλέσει σε δείπνο μαζί με τον βασιλιά. Βγαίνοντας όμως από το παλάτι έπεσε πάνω στον Μορντεχάϊ, ο οποίος ως συνήθως αρνήθηκε να υποκλιθεί μπροστά του. Ο Αμμάν εξοργίστηκε και διηγήθηκε το γεγονός στην γυναίκα του και στους φίλους του, οι οποίοι τον προέτρεψαν να παραγγείλει στους φρουρούς του να κατασκευάσουν ένα ξύλινο ικρίωμα για να κρεμάσει τον απείθαρχο Μορντεχάϊ το πρωΐ της επόμενης μέρας,  πριν το σημαντικό δείπνο με τον βασιλιά και την Εστέρ. Το ίδιο βράδυ, ο ανυπόμονος  Αμμάν επέστρεψε στο παλάτι για να ζητήσει προσωπικά την άδεια από τον βασιλιά να εκτελέσει το σχέδιό του το πρωΐ της επόμενης μέρας.

 

Την ίδια εκείνη νύχτα, ο βασιλιάς δεν μπορούσε να κοιμηθεί και ζήτησε να του διαβάσουν κάποιες σελίδες από το Βιβλίο των Χρονικών. Ο ιδιαίτερος υπηρέτης  του άνοιξε τυχαία το Βιβλίο στην συγκεκριμένη σελίδα όπου ανεφέρετο η  συνομοσία των δύο φρουρών του, την οποία είχε αποκαλύψει ο Μορντεχάϊ.

 

Τότε ο Αχασσβερόσς ρώτησε τον υπηρέτη του τι ανταμοιβή είχε δοθεί στον Μορντεχάϊ γι’ αυτή του τη πράξη κι’ εκείνος του απάντησε πως δεν του είχε δοθεί καμμία αμοιβή. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην αυλή του παλατιού ο Αμμάν και ζήτησε να δεί τον βασιλιά.

 

Μόλις τον δέχτηκε ο βασιλιάς, ζήτησε τη γνώμη του για το τι θα έκανε εκείνος, άν ήταν στη θέση του, για να τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον πιστό του υπήκοο και ο Αμμάν, νομίζοντας ότι ο βασιλιάς ήθελε να τιμήσει τον ίδιο, του απάντησε ότι θα έντυνε τον τιμώμενο υπήκοο με βασιλική στολή, θα τον ανέβαζε πάνω σ’ ένα βασιλικό άλογο και θα διέταζε κάποιον αξιωματούχο του παλατιού να τον οδηγήσει έφιππο στην κεντρική λεωφόρο της πρωτεύουσας φωνάζοντας σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς όλους τους πεζούς: «έτσι ανταμείβει ο βασιλιάς όποιον θέλει να τιμήσει για τις υπηρεσίες του!». Η ιδέα του Αμμάν άρεσε στον βασιλιά Αχασσβερόσς, ο οποίος την υιοθέτησε πλήρως και διέταξε τον ίδιο τον Αμμάν, ν’ αναλάβει να εκτελέσει όσα ακριβώς εκείνος του είχε προτείνει, για να τιμήσει τον πιστό του υπήκοο, τον Μορντεχάϊ τον Ιουδαίο! Ετσι, το άλλο πρωΐ, ο Αμμάν, μη μπορώντας να αρνηθεί την διαταγή του βασιλιά, ταπεινώθηκε μπροστά στον Μορντεχάϊ τιμώντας τον με μεγαλοπρέπεια μπροστά σ’ όλους τους κατοίκους των Σουσών.

 

Αυτή ήταν η αρχή του τέλους για τον κακόβουλο Αμμάν: το ίδιο βράδυ, κατά τη διάρκεια του δείπνου, η Εστέρ αποκάλυψε στον βασιλιά την καταγωγή της και του ζήτησε να προστατέψει τον κυνηγημένο λαό της από «κάποιον μοχθηρό εχθρό που σχεδίαζε την εξόντωσή του και που δεν άξιζε να συμμετέχει στην αυλή του βασιλιά». Ο Αχασσβερόσς εξοργίστηκε όταν έμαθε ότι ο ίδιος ο συνδαιτημόνας και πρωθυπουργός του είχε διατάξει να στήσουν μία αγχόνη στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας για να κρεμάσει τον πιστό του υπήκοο Μορντεχάϊ που του είχε σώσει τη ζωή. Αμέσως διέταξε τους φρουρούς του να κρεμάσουν τον Αμμάν πάνω στήν ίδια αγχόνη που εκείνος είχε ετοιμάσει για τον Μορντεχάϊ και όρισε τον τελευταίο ανώτατο οικονομικό διαχειριστή του απέραντου βασιλείου του. Επειδή δε, δεν μπορούσε να ανακαλέσει το προηγούμενο διάταγμα του Αμμάν, το οποίο έφερε τη βασιλική υπογραφή του, εξέδωσε νέο Βασιλικό Διάταγμα το οποίο θα ετίθετο σε ισχύ την ίδια μέρα, την 13η μέρα του μήνα Αντάρ και βάσει του οποίου οι Εβραίοι όλων των διαφόρων κρατών του Περσικού βασιλείου επανακτούσαν το δικαίωμα να ζήσουν σύμφωνα με τους δικούς τους Νόμους, να οργανώσουν την υπεράσπισή τους και ν’ αντιμετωπίσουν με όλα τα μέσα τους επιτιθέμενους εχθρούς τους.

 

Οταν έφτασε η 13η μέρα του μήνα Αντάρ, οι Εβραίοι κατετρόπωσαν τους εχθρούς τους σε όλες τις επαρχίες του κράτους και την επόμενη ημέρα, την 14η μέρα του μήνα Αντάρ γιόρτασαν τη σωτηρία τους από την απειλή του αφανισμού με συμπόσια και γιορτές. Ομως, οι μάχες στην πρωτεύουσα, τα Σούσα,  συνεχίστηκαν αδιάκοπα με την άδεια του βασιλιά και κατά τη διάρκεια της 14ης μέρας και δεν σταμάτησαν πριν το πρωΐ της επόμενης μέρας.

  

Ο Μορντεχάϊ κατέγραψε όλα αυτά τα γεγονότα και έστειλε επιστολές σε όλους τους Εβραίους του Περσικού Βασιλείου, με τις οποίες τους προέτρεπε να καθιερώσουν την 14η και 15η ημέρα του μήνα Αντάρ ως ημέρες χαράς, γιορτής, γάμων, συμποσίων και αποστολής γλυκισμάτων και δώρων σε φίλους και φτωχούς.

 

Η εμπειρία της μεγάλης χαράς (Σιμχά) και της Θείας Πρόνοιας (Ασσγκαχά Πρατίτ) που έζησαν οι Εβραίοι κατά τη διάρκεια της εξορίας τους στην Περσία, οδήγησαν τους σοφούς μας, τους χαχαμίμ, να ορίσουν τον παντοτινό εορτασμό του Πουρίμ από τους Εβραίους όλου του κόσμου.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΥΝΑΓΩΓH 
ΒΙΒΛΟΣ: ΕΣΘΗΡ