Τερουμά

Έξοδος 25:1 – 27:19

Ο λαός του Ισραήλ κλήθηκε να προσφέρει στο Θεό δεκαπέντε αγαθά – χρυσό, ασήμι και χαλκό. Μπλε, μωβ και κόκκινο βαμμένο μαλλί. Λινάρι, κατσικίσιο μαλλί, προβιές ζώων, ξύλα, ελαιόλαδο, μπαχαρικά και πολύτιμους λίθους – από τα οποία, είπε ο Θεός στο Μωϋσή, « να Μου φτιάξουν ένα Σκήνωμα και Εγώ θα κατοικήσω ανάμεσά τους».

Στην κορυφή του Όρους Σινά, ο Μωϋσής έλαβε λεπτομερείς οδηγίες για την κατασκευή της κατοικίας του Θεού έτσι ώστε αυτή να μπορούσε κάθε στιγμή, να λυθεί σε κομμάτια, να μεταφερθεί και να ξανασυναρμολογηθεί όσο ο λαός θα ταξίδευε στην έρημο.

Στην εσωτερική αίθουσα του Σκηνώματος, πίσω από μια καλλιτεχνικά υφασμένη κουρτίνα, βρισκόταν η Κιβωτός, που περιείχε τις Πλάκες της Μαρτυρίας, όπου ήταν χαραγμένες οι Δέκα Εντολές. Στο κάλυμμα της Κιβωτού στέκονταν δύο φτερωτά χερουβείμ φτιαγμένα από ατόφιο χρυσάφι. Στην εξωτερική αίθουσα βρίσκονταν η επτάφωτη Μενορά και η Τράπεζα πάνω στην οποία τοποθετούνταν οι «άρτοι προθέσεως».

Οι τρεις πλευρές του Σκηνώματος  κατασκευάστηκαν  από 48 όρθιες ξύλινες σανίδες, η κάθε μία από τις οποίες είχε επιστρωθεί με χρυσό και τη  συγκρατούσαν  δύο υποδοχές με ασημένια βάση. Η οροφή αποτελούνταν από τρεις επιστρώσεις: (α) ταπετσαρίες από πολύχρωμο μαλλί και λινάρι, (β) ένα κάλυμμα φτιαγμένο από κατσικίσιο μαλλί (γ) ένα κάλυμμα από δέρμα κριαριού και ταχάς. Στο μπροστινό μέρος του Σκηνώματος υπήρχε ένα κεντητό  παραπέτασμα  που στηριζόταν σε πέντε στύλους.

 Το Σκήνωμα και  ο επιστρωμένος με χαλκό Βωμός που  βρισκόταν μπροστά του περιβάλλονταν από λινές κουρτίνες με στολίδια που στηρίζονταν σε 60 ξύλινους στύλους με ασημένιους γάντζους, και ενισχύονταν από χάλκινες κολόνες.