Μικέτς
Γένεσις 41:1 – 44:17
Η αιχμαλωσία του Ιωσήφ τελείωσε όταν ο Φαραώ ονειρεύτηκε τις επτά παχιές αγελάδες που τις κατάπιαν οι επτά ισχνές αγελάδες και τα επτά εύρωστα στάχυα που τα κατάπιαν τα εφτά άρρωστα στάχυα. Η ερμηνεία που έδωσε ο Ιωσήφ στα όνειρα ήταν ότι τα επτά χρόνια αφθονίας θα τα διαδέχονταν επτά χρόνια πείνας και συμβούλεψε το Φαραώ να αποθηκεύσει στάρι, όσο αυτό υπήρχε ακόμα σε αφθονία. Ο Φαραώ διόρισε τον Ιωσήφ αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Ο Ιωσήφ παντρεύτηκε την Οσνάτ, κόρη του Ποτιφάρ και μαζί απέκτησαν δύο γιους, τον Μενασσέ και τον Εφράιμ.
Λιμός μάστιζε όλη την περιοχή και μόνο στην Αίγυπτο μπορούσε κανείς να βρει φηγητό. Δέκα από τα αδέρφια του Ιωσήφ πήγαν στην Αίγυπτο για να αγοράσουν στάρι. Ο μικρότερος, ο Βενιαμίν, έμεινε πίσω γιατί ο πατέρας του φοβόταν για την ασφάλειά του. Ο Ιωσήφ αναγνώρισε τα αδέρφια του, αλλά αυτά δεν τον αναγνώρισαν. Τότε τους κατηγόρησε ότι ήταν κατάσκοποι και επέμενε να φέρουν το Βενιαμίν για να αποδείξει ότι ήταν πραγματικά αυτοί που υποστήριζαν ότι είναι, ενώ φυλάκισε τον Σσιμόν σαν όμηρο. Αργότερα, ανακάλυψαν ότι τα χρήματα που πλήρωσαν για τις προμήθειές τους, τούς επιστράφηκαν μυστηριωδώς.
Ο Ιακώβ συμφώνησε να στείλει το Βενιαμίν μόνο αφού ο Ιούδας ανέλαβε προσωπικά και ολοκληρωτικά την ευθύνη για την ασφάλειά του. Αυτή τη φορά, ο Ιωσήφ τους υποδέχτηκε ευγενικά, απελευθέρωσε τον Σσιμόν και τους προσκάλεσε σε ένα ψυχαγωγικό δείπνο στο σπίτι του. Στη συνέχεια, έβαλε το ασημένιο του κύπελλο που φημολογούταν ότι είχε μαγικές δυνάμεις, στο σάκο του Βενιαμίν. Το επόμενο πρωϊνό, όταν τα αδέρφια του Ιωσήφ έφυγαν από το σπίτι, καταδιώχτηκαν, έγινε έρευνα και συνελήφθησαν όταν βρέθηκε επάνω τους το κύπελλο. Ο Ιωσήφ προσφέρθηκε να τους ελευθερώσει, με τον όρο να κρατήσει το Βενιαμίν σκλάβο του.
