Η προσωρινή κατοικία
Yanki Tauber
Είστε ιδιοκτήτης ενός σπιτιού; Εάν ναι, πιθανόν λαχταράτε ανοιχτό δρόμο. Φανταστείτε μια ζωή χωρίς στεγαστικό δάνειο, υποθήκες, υδραυλικά ή ηλεκτρολογικά. Ποιος είπε ότι ο σωστός όρος είναι «είμαι ιδιοκτήτης του σπιτιού;». Καλύτερα θα ήταν «το σπίτι είναι ο ιδιοκτήτης μου».
Εάν είστε άστεγος, προφανώς ονειρεύεστε ένα σπίτι. Έναν σταθερό τόπο σε μια περιστρεφόμενη υδρόγειο, ένα τετραγωνικό μέτρο που να κρατά απέξω τα καπρίτσια του καιρού. Και οι χαρές του ανοιχτού δρόμου; Ίσως σε κάποιο μυθιστόρημα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
Τι είμαστε λοιπόν; Νομάδες ή πολυθρονάτοι; Είμαστε εφήμερα όντα που η κίνηση είναι η ζωή μας και η «ανάπαυση» μια περιγραφή του τάφου; Ή είμαστε φυτρωμένες ψυχές που τα «ταξίδια» της ζωής είναι οι εκφράσεις της επιθυμίας μας για σπίτι;
-------------
Πώς εκπληρώνει κάποιος τη Μιτσβά της διαμονής στη Σουκά; Πρέπει να φάει, να πιει και να κατοικήσει στη Σουκά νύχτα και μέρα, όπως ζει στο σπίτι του τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου: για εφτά μέρες οφείλει κάποιος να κάνει το σπίτι του προσωρινή κατοικία και τη Σουκά του, μόνιμη (Σσουλχάν Αρούχ, Οράχ Χαϊμ 639:1).
Ίσως το πιο ενδιαφέρον μοντέλο της διπλής υπόστασης κατοίκου/ταξιδιώτη στη φύση μας, είναι η Σουκά, το κατάλυμμα που σκεπάζουμε με κλαδιά και λειτουργεί ως εβραϊκό σπίτι για τις εφτά μέρες της γιορτής του Σουκότ.
Στην Αλαχά (νόμος της Τορά), ο ορισμός της Σουκά είναι «ντιράτ αρ’άι», «προσωρινή κατοικία». Εάν οι λέξεις «προσωρινή» και «κατοικία» ακούγονται αντιφατικές, είναι πράγματι: αναδύουν τους αντιφατικούς νόμους που αφορούν την κατασκευή και τη διαμονή στη Σουκά. Για παράδειγμα, εάν τα κλαδιά της οροφής της Σουκά είναι πυκνά τοποθετημένα για να μην περνάει η βροχή, αυτή δεν είναι η κατάλληλη – για τί γίνεται σπίτι και όχι Σουκά. Από την άλλη, εάν βρέχει στη Σουκά, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τρώμε μέσα – η Σουκά είναι το σπίτι μας και αν έσταζε ένα δωμάτιο θα μετακινούμασταν σε ένα άλλο. Επίσης: εάν οι τοίχοι είναι ψηλότεροι από 30 πόδια, τότε δεν είναι Σουκά – δεν είναι μια «προσωρινή» κατασκευή. Εάν είναι πολύ λεπτοί και δεν μπορούν να αντέξουν ένα μέσο άνεμο, τότε πάλι η Σουκά δεν είναι κατάλληλη – γιατί δεν πρόκειται για κατοικία.
Με άλλα λόγια η Τορά θέλει στην ουσία, μια προσωρινή κατασκευή να γίνει η μόνιμη κατοικία μας. Ή αλλιώς θέλει να κοιτάξουμε τη μόνιμη κατοικία μας και να καταλάβουμε ότι το σπίτι μας δεν είναι παρά μια παρωδική κατασκευή.
Οι Χασιδίμ έχουν μια ενδιαφέρουσα συνήθεια. Όταν τους ρωτούν να εξηγήσουν κάτι, λένε μια ιστορία. Και μετά λένε μια άλλη με αντίθετο νόημα.
Ας δούμε δύο από αυτές. Η πρώτη μας πάει 50 χρόνια πίσω. Ένας νεαρός σπουδαστής Γεσσιβά, επρόκειτο να φύγει ταξίδι και έγραψε στο Ράμπι του Λούμπαβιτς να τον ευλογήσει. Σε απάντηση, ο Ράμπι παρότρυνε το νεαρό άντρα να αδράξει κάθε ευκαιρία για να κάνει κάτι θετικό, σε κάθε σταθμό του ταξιδιού του. Ο Ράμπι χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα το Μισσκάν, το φορητό Σκήνωμα που συντρόφευε το λαό του Ισραήλ στα ταξίδια του στην έρημο. Σε κάθε κατασκήνωση, ο λαός είχε πάρει εντολή να στήνει αυτή τη φοβερή κατασκευή που αποτελούνταν από εκατοντάδες εξαρτήματα και χρειάζονταν 8000 άτομα για να την ορθώσουν – ακόμα και αν κατασκήνωναν για μία μόνο νύχτα.. Έτσι, κατέληξε ο Ράμπι, δεν υπάρχει η έννοια «περνάω μόνο» από έναν τόπο. Κάθε στιγμή στη ζωή έχει μονιμότητα, αφού η Θεία Πρόνοια μας οδήγησε σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο, στον τόπο και στο χρόνο, για ένα συγκεκριμένο σκοπό.
Η δεύτερη ιστορία αναφέρεται σε έναν επισκέπτη που σταματώντας στο σπίτι του μεγάλου Χασσιδιστή δασκάλου, ραβίνου Ντοβ Μπερ του Μεζερίτς (1772), προσβλήθηκε από τη φτώχεια που συνάντησε εκεί. Το σπίτι του ραβίνου δεν είχε καθόλου έπιπλα, εκτός από κάτι σκληρούς ξύλινους πάγκους και τσιμεντόλιθους που χρησιμοποιούνταν γαι να κάθονται οι μαθητές του την ημέρα και να κοιμάται αυτός και η οικογένειά του τη νύχτα. «Πώς μπορείς να ζεις έτσι;», ρώτησε ο επισκέπτης. «Εγώ δεν είμαι καθόλου πλούσιος, αλλά τουλάχιστον στο σπίτι μου υπάρχουν, δόξα τω Θ-ώ, τα απαραίτητα: μερικές καρέκλες, ένα τραπέζι, κρεβάτια..».
«Αλήθεια;» είπε τότε ο ραβίνος Ντοβ Μπερ. «Μα δεν βλέπω να τα έχεις μαζί σου. Πώς τα καταφέρνεις χωρίς αυτά;».
«Τι εννοείς; Νομίζει ότι κουβαλώ μαζί μου όλα μου τα υπάρχοντα; Όταν ταξιδεύω επαρκούμαι σε ό, τι είναι διαθέσιμο. Αλλά στο σπίτι του καθενός μας είναι διαφορετικά!».
«Α, ναι» είπε ο ΝτοβΜπερ. «Πράγματι στο σπίτι είναι διαφορετικά...».
