Βαγισσλάχ
Γένεσις 32:4 – 36:43
Ο Ιακώβ επέστρεψε στην Ιερή Γη μετά από 20 χρόνια που έζησε στη Χαράν και έστειλε αγγελιοφόρους (ή αγγέλους) στον Ησαύ, με την ελπίδα συμφιλίωσης. Οι αγγελιοφόροι του όμως έφεραν το νέο ότι ο αδερφός του ήταν έτοιμος για πόλεμο με 400 οπλισμένους άντρες. Ο Ιακώβ προετοιμάστηκε για πόλεμο, προσευχήθηκε και έστειλε στον Ησαύ ένα μεγάλο δώρο (εκατοντάδες πρόβατα και βόδια) για να τον εξευμενίσει.
Εκείνη τη νύχτα ο Ιακώβ πέρασε την οικογένεια και όλα του τα υπάρχοντα από τον ποταμό Γιαβώκ. Αυτός έμεινε πίσω και συναντήθηκε με τον άγγελο στον οποίον ενσωματωνόταν το πνεύμα του Ησαύ και πάλεψε μαζί του μέχρι την αυγή. Ο Ιακώβ τραυματίστηκε στο μηρό, αλλά τελικά κατάφερε να νικήσει το υπερφυσικό αυτό πλάσμα το οποίο του έδωσε το όνομα Ισραήλ που σημαίνει «αυτός που επικρατεί στο θεϊκό».
Ο Ιακώβ και ο Ησαύ συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν αλλά οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Ιακώβ αγόρασε ένα κομμάτι γης κοντά στη Συχέμ όπου ο πρίγκιπας – που λεγόταν επίσης Συχέμ – απήγαγε και βίασε την κόρη του Ιακώβ Ντινά. Τα αδέρφια της Ντινά, Συμεών και Λεβί εκδικήθηκαν, σκοτώνοντας όλους τους αρσενικούς κατοίκους της πόλης αφού πρώτα τους κατέστησαν αδύναμους να αμυνθούν, πείθοντάς τους να κάνουν περιτομή.
Ο Ιακώβ ταξίδευε. Η Ραχήλ πέθανε αφού γέννησε το δεύτερο γιο της, Βενιαμίν, και θάφτηκε σε έναν τάφο δίπλα στο δρόμο, κοντά στη Βηθλεέμ. Ο Ρουβήν έχασε τα δικαιώματα του πρωτότοκου, επειδή επενέβη στη συζυγική ζωή του πατέρα του. Ο Ιακώβ έφτασε στη Χεβρώνα, στον πατέρα του τον Ισαάκ που πέθανε σε ηλικία 180 ετών. (Η Ρεβέκκα είχε πεθάνει πριν την άφιξη του Ιακώβ).
Η Παρασσά αυτή τελειώνει με λεπτομερή αναφορά στις συζύγους, τα παιδιά και τα εγγόνια του Ησαύ και τις ιστορίες των κατοίκων του Σηείρ, μεταξύ των οποίων εγκαταστάθηκε ο Ησαύ.
