Βαγιεσσέβ
Γένεσις 37:1 40:23
Ο Ιακώβ εγκαταστάθηκε στη Χεβρώνα με τους δώδεκα γιους του. Ο αγαπημένος του ήταν ο 17χρονος Ιωσήφ. Τα αδέρφια του τον ζήλευαν λόγω της συμπεριφοράς του πατέρα τους απέναντί του, όπως για παράδειγμα ότι του χάρισε έναν ακριβό πολύχρωμο χιτώνα. Ο Ιωσήφ διηγήθηκε στα αδέρφια του τα δύο όνειρα τα οποία προφήτευαν ότι ήταν προορισμένος να κυριαρχήσει σε αυτά, μεγαλώνοντας έτσι τη ζήλια και το μίσος τους προς αυτόν.
Ο Συμεών και ο Λεβί σχεδίαζαν να σκοτώσουν τον Ιωσήφ, αλλά ο Ρουβήν, πρότεινε να τον πετάξουν σε έναν λάκκο αντί να τον σκοτώσουν, με σκοπό να επιστρέψει αργότερα και να τον σώσει. Ενώ λοιπόν ο Ιωσήφ βρίσκονταν μέσα στο λάκκο, ο Ιούδας τον πούλησε σε μία ομάδα περαστικών Ισμαηλιτών. Τα αδέρφια του Ιωσήφ βούτηξαν το θεσπέσιο χιτώνα του σε αίμα κατσίκας και τον έδειξαν στον πατέρα τους, πείθοντάς τον ότι κάποιο άγριο θηρίο κατασπάραξε τον αγαπημένο του γιο.
Ο Ιούδας παντρεύτηκε και απόκτησε τρία παιδιά. Ο μεγαλύτερος, ο Ερ, πέθανε νέος και χωρίς παιδιά. Τότε ο Ονάν, ο δεύτερος γιος του Ιούδα, παντρεύτηκε τη χήρα του αδερφού του, Ταμάρ. Ο Ονάν αμάρτησε αποφεύγοντας να κάνει παιδιά στην Ταμάρ και πέθανε κι αυτός νέος. Ο Ιούδας δεν ήταν πρόθυμος να δώσει την Ταμάρ γυναίκα και στον τρίτο του γιο. Αποφασισμένη όμως να κάνει ένα παιδί από την οικογένεια του Ιούδα, η Ταμάρ μεταμφιέστηκε σε πόρνη και αποπλάνησε τον Ιούδα. Μόλις ο Ιούδας έμαθε ότι η νύφη του ήταν έγκυος, διέταξε να εκτελεστεί για πορνεία, αλλά όταν η Ταμάρ ανέφερε κάποια προσωπικά του αντικείμενα που της είχε αφήσει ως ενέχυρο, δήλωσε δημοσίως ότι αυτός ήταν ο πατέρας. Η Ταμάρ γέννησε δύο δίδυμους γιους, τον Πέρετς (πρόγονο του Βασιλια Δαυίδ) και τον Ζέραχ.
Ο Ιωσήφ μεταφέρθηκε μέχρι την Αίγυπτο και πουλήθηκε στον Ποτιφάρ, τον επικεφαλής στα σφαγεία του Φαραώ. Ο Θ-ός ευλογούσε ό,τι και αν έκανε ο Ιωσήφ και γρήγορα έγινε επιστάτης σε όλη την περιουσία του κυρίου του. Η γυναίκα του Ποτιφάρ ένιωσε επιθυμία για τον όμορφο και χαρισματικό υπηρέτη. Όταν αυτός αρνήθηκε τις προτάσεις της, αυτή είπε στο σύζυγό της ότι ο Εβραίος σκλάβος τής είχε επιτεθεί και τότε τον έβαλαν στην φυλακή. Ο Ιωσήφ κέρδισε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό των δεσμοφυλάκων του οι οποίοι τον διόρισαν σε θέση εξουσίας στη διοίκηση της φυλακής.
Στην φυλακή ό Ιωσήφ συνάντησε τον αρχιοινοχόο και τον αρχιαρτοποιό του Φαραώ που κατηγορούνταν για προσβολή προς το βασιλιά τους. Και οι δύο είχαν δει περίεργα όνειρα τα οποία ο Ιωσήφ ερμήνευσε. Σε τρεις μέρες, τους είπε, ο οινοχόος θα ελευθερωνόταν και ο αρτοποιός θα κρεμιόταν. Ο Ιωσήφ ζήτησε από τον οινοχόο να μιλήσει υπέρ του στον Φαραώ. Οι προβλέψεις του Ιωσήφ βγήκαν αληθινές αλλά ο οινοχόος ξέχασε τον Ιωσήφ και δεν έκανε τίποτα γι’αυτόν.
