Σσεμότ
Έξοδος 1:1 – 6:1
Τα Τέκνα του Ισραήλ πλήθαιναν στην Αίγυπτο. Ο Φαραώ που ένιωσε να απειλείται από τον αριθμό αυτού του λαού που όλο και μεγάλωνε, τους σκλάβωσε και διέταξε τις Εβραίες μαίες, Σιφρά και Πουά, να σκοτώνουν όλα τα αρσενικά μωρά την ώρα που γεννιούνταν. Όταν αυτές δε συμμορφώθηκαν με τη διαταγή, ο Φαραώ διέταξε τους ανθρώπους του να ρίχνουν τα μωρά στο Νείλο.
Η Γιοχέβεδ, η κόρη του Λεβί και ο άντρας της ο Αμράμ, έφεραν στον κόσμο ένα παιδί. Το έβαλαν σε ένα καλάθι και το έριξαν στον ποταμό, ενώ η αδερφή του μωρού, Μύριαμ, το κοίταζε από μακριά. Η κόρη του Φαραώ βρήκε το παιδί, το μεγάλωσε σαν δικό της και το ονόμασε Μωϋσή.
Όταν μεγάλωσε, ο Μωϋσής εγκατέλειψε το παλάτι και γνώρισε από κοντά τα βάσανα των αδερφών του. Κάποια στιγμή είδε έναν Αιγύπτιο να χτυπάει έναν Εβραίο και σκότωσε τον Αιγύπτιο. Την επόμενη μέρα είδε δύο Εβραίους να μαλώνουν. Όταν τους επέπληξε, αυτοί ανακάλυψαν την πράξη που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα κι έτσι ο Μωϋσής αναγκάστηκε να φύγει για τη Μαδιάμ. Εκεί έσωσε τις κόρες του Γιτρό (Ιοθόρ), παντρεύτηκε μία από αυτές – την Τσιπορά – και έβοσκε τα κοπάδια του πεθερού του.
Ο Θ-ός εμφανίστηκε στον Μωϋσή μέσα από την καιόμενη βάτο, στους πρόποδες του Όρους Σινά και τον πρόσταξε να πάει στο Φαραώ και να του πεί: «Άσε το λαό Μου να φύγει για να μπορεί να Με υπηρετεί.» Ο αδερφός του Μωϋσή, Ααρών, διορίστηκε ως εκπρόσωπός του. Στην Αίγυπτο, ο Μωϋσής και ο Ααρών συγκέντρωσαν τους πρεσβύτερους του Ισραήλ και τους είπαν ότι η ώρα της λύτρωσης είχε φτάσει. Ο λαός πίστεψε. Ο Φαραώ όμως, αρνήθηκε να τους αφήσει και ενέτεινε τα δεινά τους.
Ο Μωϋσής απευθύνθηκε στο Θ-ό για να διαμαρτυρηθεί: «Γιατί έκανες κακό σε αυτούς τους ανθρώπους;» Ο Θ-ός τότε του υποσχέθηκε ότι η λύτρωση ήταν πολύ κοντά.
