Μια ηλικιωμένη γυναίκα επιστρέφει από το ταξίδι της στο Ισραήλ. Η οικογένειά της την περιμένει στο αεροδρόμιο και μόλις τη βλέπει της λέει:
«Γιαγιά, γύρισες! Πώς πέρασες στο ταξίδι;»
«Το Ισραήλ ήταν πανέμορφο. Είδα τη θεία Σάντι και το θείο `Ιρβινγκ..Πέρασα θαυμάσια!».
«Και η πτήση, πώς ήταν γιαγιά;»
«Απαίσια! Και το φαγητό στο αεροπλάνο, ήταν μία αηδία. `Ασε αυτές οι μερίδες που ήταν μικροσκοπικές!».

                                   -----------

Ο Μπέρνι και η Μπερνίς είναι θρήσκοι και στο σπίτι τους όλα είναι κασσέρ, αλλά που και που παραγγέλνουν πιο εξωτικά φαγητά σε διάφορα εστιατόρια. Το καλοκαίρι που πέρασε ο Μπέρνι πήρε τη γυναίκα του και πήγαν στο Παρίσι για να φάνε. Την τελευταία νύχτα των διακοπών τους κανόνισαν ένα πολυτελέστατο δείπνο, στο πιο απαγορευμένο και δελεαστικό γαλλικό εστιατόριο, το ξακουστό Σεζ Τρεϊφ. Ξέροντας ο Μπέρνι ότι δε θα του παρουσιαζόταν ποτέ ξανά η ίδια ευκαιρία, αποφασίζει να παραγγείλει το πιο ακριβό και το πιο απαγορευμένο φαγητό που υπήρχε στο μενού. Μιάμιση ώρα μετά, τέσσερις σερβιτόροι μεταφέρουν το γεύμα του Μπέρνι: ένα ολόκληρο ψητό γουρουνόπουλο του γάλακτος, συνοδευόμενο από την ανάλογη γαρνιτούρα και το μηλαράκι στο στόμα.
 Μόλις έφτασε το γεύμα του Μπέρνι, την ίδια στιγμή μπήκε στο εστιατόριο (που μάλλον σέρβιρε και φαγητό κασσέρ) ο ραβίνος της πόλης που έμενε ο Μπέρνι και τράβηξε κατευθείαν προς το μέρος του για να τον χαιρετήσει. Μόλις ο Μπέρνι τον είδε σηκώθηκε πάνω, σκέφτηκε γρήγορα και είπε:
 «Γεια σου Ραβίνε. Χαίρομαι που σε βλέπω. Δεν μπορείς να φανταστείς τι σικ μέρος είναι αυτό το εστιατόριο. Κοίτα πώς σερβίρουν ένα ψητό μήλο!».

                                   ----------

Κάθε μέρα στο γραφείο, την ώρα του μεσημεριανού, ο Χάρβει βγάζει τον ίδιο αναστεναγμό την ώρα που ανοίγει την τσάντα του.
 «Αχ, πάλι σαλάμι, δεν αντέχω άλλο!».
 «Γιατί δεν λες στη γυναίκα σου να σου βάζει και κάτι άλλο;» τον ρωτά ένας συνάδερφός του.
 «Δεν θα βοηθήσει και πολύ, αφού φτιάχνω τα σάντουϊτς μόνος μου».

                                   ----------

Η κυρία Γκρίνμπεργκ σερβίριζε τις κυρίες που είχε καλεσμένες στο σπίτι της για τσάι. Στο χέρι της είχε ένα δίσκο γεμάτο φρεσκοψημένα κουλουράκια.
«Κυρία Ρουμπινστάιν», είπε χαμογελαστά, «πάρτε ένα κουλουράκι».
«Όχι ευχαριστώ, είναι πολύ νόστιμα, αλλά έχω πάρει ήδη τέσσερα».
«Έχετε πάρει ήδη πέντε, μα ποιος μετράει;».

                                   ----------

Δύο άντρες μπήκαν σε ένα εστιατόριο στην Ανατολική Πλευρά του Μανχάταν. Ο πρώτος παράγγειλε τσάι.
Ο δεύτερος παράγγειλε κι αυτός τσάι. «Και το φλυτζάνι να είναι καθαρό» είπε στο σερβιτόρο.
Μετά από λίγο ήρθε ο σερβιτόρος με δύο φλυτζάνια τσάι λέγοντας: «Λοιπόν, ποιος ζήτησε το τσάι του σε καθαρό φλυτζάνι;».

                                   ----------

Ο Γκολντστάιν πηγαίνει στο ίδιο εστιατόριο στην Ανατολική Πλευρά για δέκα ολόκληρα χρόνια. Κάθε μέρα ξεκινά με το ίδιο ορεκτικό, σούπα από κριθάρι. Μια μέρα, μόλις μπαίνει μέσα, ο σερβιτόρος του σερβίρει τη σούπα.
«Θα ήθελα να δοκιμάσετε τη σούπα» λέει ο Γκολντστάιν μόλις ο σερβιτόρος αρχίζει να απομακρύνεται.
«Μα τι συμβαίνει;» ρωτά ο σερβιτόρος. «Κάθε μέρα τρώτε σούπα από κριθάρι».
«Θέλω να δοκιμάσεις τη σούπα» επαναλαμβάνει ο Γκολντστάιν.                        
«Εάν δε θέλετε τη σούπα να σας φέρω κάτι άλλο» λέει πάλι ο σερβιτόρος.
«Θέλω να δοκιμάσετε τη σούπα» ξαναλέει ο Γκολντστάιν.
«Εντάξει, εντάξει θα τη δοκιμάσω» λέει ο σερβιτόρος βαριεστημένα. «Πού είναι το κουτάλι;»
«Αχά!`Ελα ντε!»

                                   ----------

Ένας Εβραίος περνά από ένα μαγαζί με ζωάκια και βλέπει έναν παπαγάλο που κοστίζει 500 ευρώ. Ρωτάει γιατί κοστίζει τόσο ακριβά και ο καταστηματάρχης του λέει ότι ο παπαγάλος μιλάει πέντε γλώσσες.
«Πέντε γλώσσες!» φωνάζει έκπληκτος ο άντρας. «Γίντισς μιλάει;»
«Φυσικά» λέει ο έμπορος.
Ο άντρας σκέφτεται να αγοράσει τον παπαγάλο για τη μητέρα του που μένει μόνη της, για να της κάνει παρέα. Πληρώνει τα 500 ευρώ και ζητά από το κατάστημα να παραδώσει τον παπαγάλο στη διεύθυνσή της. Την επόμενη μέρα της τηλεφωνεί.
- Μαμά, σου άρεσε ο παπαγάλος που σου έστειλα;
- Ναι παιδί μου, ήταν πολύ νόστιμος.
- Τι εννοείς «νόστιμος»;
- Τον έφτιαξα σούπα και έγινε πολύ ωραία.
- Μα μητέρα, αυτός ο παπαγάλος μιλούσε πέντε γλώσσες!
- Και γιατί δεν είπε τίποτα;

----------

Η Φρέντα μόλις είχε τελειώσει τι δείπνο της που ήταν ψαρί. Δεν είχε μεινει όμως ευχαριστημένη και έτσι φώναξε τον σερβιτόρο.
«Έχω δοκιμάσει και φρεσκότερο ψαρί» του είπε.
Και εκείνος απάντησε: «Όχι όμως εδώ».

 ----------

Η Τζέιν έγραφε με μεγάλα καθαρά γράμματα τα ονόματα των φαγητών επάνω στα πακέτα με τα κετεψυγμένα γεύματα: «Μπριζόλες» ή «Ψητό κατσαρόλας» ή «Κρέας με λαχανικά ή «Κοτόπουλο με μανιτάρια» ή «Κρεατόπιτα με βοδινό». Κάθε φορά όμως που ρωτούσε τον άντρας της τι φαγητό προτιμούσε, αυτός ποτέ δεν έλεγε κανένα από τα έτοιμα γεύματα. Η Τζέιν αποφάσισε λοιπόν να ταξινομήσει την κατάψυξη σύμφωνα με τις προτιμήσεις του συζύγου της.

Τα ταμπελάκια των φαγητών άλλαξαν εντελώς και τη θέση τους πήραν εντελώς καινούργια. Τώρα, σε πεντακάθαρες μικρές σακουλίτσες υπάρχουν τα εξής γεύματα: «Ό,τι να ‘ναι», «Οτιδήποτε», «Δεν ξέρω», «Δεν με νοιάζει», «Κάτι να τρώγεται», «Φαγητό». Ό,τι και να ζητήσει πια ο άντρας της Τζέιν είναι εκεί και τον περιμένει.

 ----------

Κάποτε ο Χερσσέλ πήγε για δείπνο σε ένα πανδοχείο, λίγο έξω από την πόλη. Το κτίριο ήταν εξεζητημένο και όταν του έφεραν το κυρίως πιάτο, ο Χερσσέλ είδε με απογοήτευση ένα μικροσκοπικό κομματάκι κρέας. Άρχισε αμέσως να παραπονιέται φωναχτά:
Αμέσως ο ιδιοκτήτης έτρεξε στο τραπέζι του και ρώτησε:
«Τι έγινε κύριε, τι συμβαίνει;».
«Ωϊμέ!» φώναξε ο Χερσσέλ. «Σκεφτείτε ότι γι’ αυτή τη μικρή μπουκίτσα έπρεπε να σφάξουν ένα ολόκληρο βόδι!».

---------- 

Σε ένα κατσάδιασμα για την κατάχρηση στο ποτό, ο Χερσσέλ απάντησε:
«Όταν πίνω, γίνομαι κάποιος άλλος. Ε, δεν αξίζει αυτός ο άλλος ένα ποτάκι;».

---------- 

Ο Μπερνστάιν, συνταξιούχος, ξεκουράζεται ήρεμα στη βεράντα του μικρού του πανδοχείου, όταν βλέπει ένα σύννεφο σκόνης στο δρόμο. Βγαίνει για να δει ποιος μπορεί να έρχεται: Είναι ένας αγρότης από το νότο με ένα φορτηγό.
«Καλημέρα» λέει ο Μπερνστάιν.
«Μέρα» λέει ο αγρότης.
«Πού πηγαίνετε;» λέει ο Μπερνστάιν.
«Στην πόλη».
«Τι έχετε στο φορτηγό;».
«Κοπριά».
«Κοπριά ε; Τι θα την κάνετε;».
«Θα τη ρίξω στις φράουλες».
«Καλά» λέει ο Μπερνστάιν «ελάτε κι εδώ μια μέρα να φάτε. Εμείς βάζουμε σαντιγύ».

---------- 

Ένας άντρας μπήκε στο Έπς Έσσεν Ντελικατέσεν για φαγητό και όταν τελείωσε, ο ιδιοκτήτης πήγε κοντά του και τον ρώτησε:
«Όλα εντάξει κύριε;».
«Ναι, ναι πολύ ωραία, αλλά να, θα ήθελα λίγο περισσότερο ψωμί».
Ο ιδιοκτήτης ρώτησε το σερβιτόρο: «Πόσο ψωμί δώσατε στον κύριο;».
«Δύο φέτες» ήταν η απάντηση.
«Λοιπόν, την επόμενη φορά που θα έρθει να του δώσετε τέσσερις».
Ο άντρας ξαναπήγε το επόμενο βράδυ και όταν τελείωσε ο ιδιοκτήτης πήγε κοντά του: «Όλα εντάξει κύριε;».
«Ναι, ναι πολύ ωραία, αλλά να, θα ήθελα λίγο περισσότερο ψωμί».
Ο ιδιοκτήτης ρώτησε το σερβιτόρο: «Πόσο ψωμί δώσατε στον κύριο;».
«Τέσσερις φέτες» ήταν η απάντηση. «Όπως είπατε».
«Λοιπόν, την επόμενη φορά που θα έρθει να του δώσετε εφτά».
Ο άντρας πήγε και το τρίτο βράδυ και όταν τελείωσε το φαγητό του ιδιοκτήτης πήγε κοντά του: «Όλα εντάξει κύριε;».
«Ναι, ναι πολύ ωραία, αλλά να, θα ήθελα λίγο περισσότερο ψωμί».
Ο ιδιοκτήτης ρώτησε το σερβιτόρο: «Πόσο ψωμί δώσατε στον κύριο;».
«Εφτά φέτες όπως μας είπατε» ήταν η απάντηση.
«Λοιπόν, την επόμενη φορά που θα έρθει θέλω να πάρετε τη μεγαλύτερη φρατζόλα που υπάρχει στην κουζίνα, να την κόψετε στη μέση και να του δώσετε και τα δύο μισά».
Όταν τελείωσε το φαγητό του το επόμενο βράδυ ο ιδιοκτήτης πήγε πάλι κοντά του και τον ρώτησε: «Όλα εντάξει κύριε;».
«Ναι, ναι πολύ ωραία, αλλά να, βλέπω πως ξαναγυρίσαμε στις δύο φέτες».