Σε μια Στρατιωτική Σχολή της Ρωσίας είναι προσκαλεσμένος ο Στρατηγός και δίνει διάλεξη στην τάξη των αξιωματικών. Το θέμα είναι τα πιθανά προβλήματα και οι στρατηγικές για την επίλυσή τους. `Ενας αξιωματικός κάνει την πρώτη ερώτηση:  «Θα πρέπει να πολεμήσουμε στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο;» «Μάλιστα, έτσι φαίνεται» απαντά ο Στρατηγός. «Και ποιος θα είναι ο εχθρός;» ρωτά ένας άλλος. «Ο πιο πιθανός εχθρός μας είναι η Κίνα». Τότε η τάξη φάνηκε να αναστατώνεται και τελικά ένας άλλος αξιωματικός ρώτησε: «Μα, Στρατηγέ, είμαστε 150 εκατομμύρια και αυτοί είναι 1,5 δισεκατομμύριο. Τι πιθανότητες έχουμε να κερδίσουμε;» «Λοιπόν» απαντά ο Στρατηγός «για σκεφτείτε το λίγο. Στους σύγχρονους πολέμους δεν μετρά η ποσότητα αλλά η ποιότητα. Για παράδειγμα, στη Μέση Ανατολή, 5 εκατομμύρια Εβραίοι πολεμούν εναντίον 50 εκατομμυρίων Αράβων και κάθε φορά νικούν οι Εβραίοι». «Μα κύριε», ρωτά ένας πανικοβλημένος αξιωματικός, «έχουμε αρκετούς Εβραίους;».

                                   ----------

Αποκατάσταση σχέσεων

Τα πυρομαχικά μιας μονάδας του Ρωσικού στρατού είχαν τελειώσει, αλλά η επίθεση συνεχίζονταν.
«Βγάλτε τις ξιφολόγχες» είπε ο αξιωματικός «θα πολεμήσουμε τον αντίπαλο, σώμα με σώμα».
«Συγγνώμη κύριε» είπε τότε ο Φίνκελστάιν. «Δείξτε μου τον άντρα μου. `Ισως καταφέρω να έρθω σε συμφωνία μαζί του».

                                   ----------

Στις τέσσερις το πρωί έχει σχηματιστεί ήδη ουρά μπροστά από μία αγορά κρέατος στη Μόσχα. Στις οκτώ εμφανίζεται ένας υπάλληλος και λέει:
 «Σύντροφοι λυπούμαστε πολύ αλλά δεν υπάρχει αρκετό κρέας για όλους. Θα παρακαλέσουμε τους σύντροφους Εβραίους να φύγουν».
 Μία ώρα αργότερα ο υπάλληλος ανοίγει ένα παράθυρο και λέει:
 «Λυπούμαστε αλλά πληροφορηθήκαμε ότι θα λάβουμε λιγότερο κρέας από όσο περιμέναμε. Θα παρακαλέσουμε όσους δεν είναι μέλη του κόμματος να φύγουν».
 `Οταν έμειναν μόνο τα μέλη του κόμματος στην ουρά, εμφανίζεται ο διευθυντής και λέει:
 «Σύντροφοι τώρα που είμαστε μεταξύ μας μπορώ να σας πω ότι λόγω κάποιων απρόβλεπτων γεγονότων,  η προμήθειά μας σε κρέας  ακυρώθηκε. Δεν θα έχουμε καθόλου κρέας αυτήν την εβδομάδα.
 Αυτή τη φορά οι άνθρωποι εξαγριώθηκαν:
 «Αυτοί οι καταραμένοι Εβραίοι έχουν όλα τα προνόμια».

----------

Τέσσερις φίλοι κάθονται σε ένα εστιατόριο στη Μόσχα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, κανείς δεν μιλά. Τελικά ο ένας αναστενάζει:
«Όι».
«Όι βέι», λέει ο δεύτερος.
«Νου» λέει ο τρίτος.
Τότε ο τέταρτος άντρας σηκώνεται από την καρέκλα του και λέει:
«Ακούστε, αν δε σταματήσετε να συζητάτε για πολιτικά, εγώ φεύγω».

----------

Ένας ηλικιωμένος κάθεται σε ένα παγκάκι στη Μόσχα και μελετά ένα Εβραϊκό βιβλίο. Ένας πράκτορας της ΚαΓκεΜπε περνά από εκεί, κοιτά το βιβλίο και λέει:
«Τι είναι αυτό το περίεργο γράψιμο;».
«Είναι Εβραϊκά, η γλώσσα του Ισραήλ», απαντά ο γέρος.
«Μην είσαι ανόητος. Στην ηλικία που είσαι περιμένεις να πας στο Ισραήλ;».
«Ίσως όχι», αναστενάζει ο γέρος, «αλλά τα Εβραϊκά είναι επίσης η γλώσσα του παραδείσου».
«Και πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι θα πας στον παράδεισο;» λέει ο πράκτορας.
«Μπορεί και να μην πάω, αλλά δε με πειράζει. Ξέρω ήδη ρώσικα».

---------- 

Τρεις πολίτες του Σοβιέτ, ένας Πολωνός, ένας Τσέχος και ένας Εβραίος κατηγορούνταν για κατασκοπεία και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο καθένας μπορούσε να πει την τελευταία του επιθυμία.
«Θέλω οι στάχτες μου να σκορπιστούν πάνω από τον τάφο του Πιλσούντσκι» είπε ο Πολωνός.
«Εγώ θέλω οι στάχτες μου να σκορπιστούν πάνω από τον τάφο του Μαζαρίκ» είπε ο Τσέχος.
«Κι εγώ» είπε ο Εβραίος, «θέλω οι στάχτες μου να σκορπιστούν πάνω από τον τάφο του Συντρόφου Κοσιγίν».
«Μα αυτό είναι αδύνατο. «Ο Κοσιγίν δεν πέθανε ακόμα».
«Θαυμάσια. Μπορώ να περιμένω».

---------- 

 Ο Ραμπίνοβιτς κάνει αίτηση για να γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρέπει όμως πρώτα να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις.
«Ποιος ήταν ο Καρλ Μαρξ;»
«Δεν ξέρω» απαντά ο Ραμπίνοβιτς.
«Ο Λένιν;»
«Λυπάμαι, αλλά δεν ξέρω», είναι πάλι η απάντησή του.
«Και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ;».
«Δεν τον έχω ακούσει ποτέ».
«Μήπως με δουλεύεις;» ρωτά τότε ο υπάλληλος.
«Όχι, καθόλου», λέει ο Ραμπίνοβιτς. «Ξέρεις τον Χερσσέλ Σάλσμπεργκ;»
«Όχι» λέει ο υπάλληλος.
«Το Γιάνκελ Χόροβιτς;»
«Δεν τον έχω ακούσει ποτέ».
«Το Ναχούμ Νταβίντοβιτς;».
«Όχι».
«Τότε», λέει ο Ραμπίνοβιτς «μάλλον έτσι γίνεται. Εσύ έχεις τους φίλους σου κι εγώ έχω τους δικούς μου».

---------- 

Η Σάρα Ραμπίνοβιτς μεταναστεύει σε άλλη χώρα, αλλά ο Αβραάμ μένει πίσω στη Ρωσία. Πριν χωρίσει, το ζευγάρι δημιουργεί έναν κώδικα. «Οτιδήποτε γράφω με μαύρο μελάνι, είναι αλήθεια», εξηγεί ο Αβραάμ. «Και ό,τι γράφω με κόκκινο είναι ψέμα».

Λίγο καιρό αργότερα, η Σάρα λαμβάνει ένα γράμμα με μαύρο μελάνι. «Η ζωή εδώ στη Ρωσία, κάθε μέρα γίνεται καλύτερη. Η επιλογή ρούχων αυτή τη χρονιά, είναι κομψή και προσιτή. Το κρέας είναι τόσο άφθονο που δεν μπορείς να αποφασίσεις ποιο κομμάτι μοσχάρι να αγοράσεις. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω εγώ προσωπικά, συγκριτικά φαίνεται ασήμαντο – δεν μπορώ να βρω πουθενά κόκκινο μελάνι».

 ----------

Ο Ραμπίνοβιτς κάθεται σε μια καφετέρια και παραγγέλνει ένα φλυτζάνι τσάι και ένα φύλλο της Πράβδα.

«Θα σας φέρω το τσάι» λέει ο σερβιτόρος «αλλά δεν μπορώ να σας φέρω την Πράβδα». Το Σοβιετικό καθεστώς την έχει απαγορεύσει και δεν δημοσιεύεται πια».

«Εντάξει» λέει τότε ο Ραμπίνοβιτς, «φέρε μου μόνο το τσάι».

Την επόμενη μέρα ο Ραμπίνοβιτς πηγάινει στην ίδια καφετέρια και παραγγέλνει τσάι και ένα φύλλο της Πράβδα. Ο σερβιτόρος του δίνει την ίδια απάντηση.

Την τρίτη μέρα, ο Ραμπίνοβιτς παραγγέλνει πάλι τσάι και Πράβδα αλλά αυτή τη φορά ο σερβιτόρος του λέει, «κοιτάξτε κύριε, φαίνεστε έξυπνος άνθρωπος. Τις τρεις πορηγούμενες μέρες ζητήσατε την Πράβδα και σας είπα ότι το Σοβιετικό καθεστώς την έχει απαγορεύσει και δεν δημοσιεύεται πια».

«Το ξέρω, το ξέρω», λέει ο Ραμπίνοβιτς. «Αλλά μου αρέσει να το ακούω».