`Ενας εβραίος ζητιάνος καταφέρνει έναν πλούσιο να του δώσει μερικά χρήματα. Μετά από λίγη ώρα ο πλούσιος βλέπει το ζητιάνο να κάθεται σε ένα πανάκριβο εστιατόριο και να τρώει αστακό. Μπαίνει αμέσως μέσα στο εστιατόριο και αρχίζει να φωνάζει στο ζητιάνο που παράγγειλε κάτι τόσο ακριβό.
Ο ζητιάνος απαντά: «`Οταν δεν έχω χρήματα δεν μπορώ φυσικά να φάω καπνιστό σολωμό. Τώρα που έχω χρήματα δεν πρέπει να φάω καπνιστό σολωμό. Κι εγώ δηλαδή πότε θα φάω καπνιστό σολωμό;».

                                   ----------

 `Ενας εβραίος ζητιάνος έχει προβλήματα με την καρδιά του και πηγαίνει σε έναν πολύ ακριβό γιατρό. `Οταν έρχεται η ώρα να πληρώσει, ο ζητιάνος λέει ότι δεν έχει χρήματα.
 «Τότε γιατί ήρθες σε μένα;» ρωτά ο γιατρός θυμωμένα. «Ξέρεις ότι είμαι ο πιο ακριβός γιατρός στη Βιέννη».
 «`Ηρθα, γιατί όταν πρόκειται για την υγεία μου θέλω το καλύτερο».

                                   ----------

`Ενας ζητιάνος παίρνει  δωρεά από ένα συγκεκριμένο άτομο μία φορά την εβδομάδα. Μια μέρα που πηγαίνει να πάρει τα λεφτά, του λέει αυτός ότι δεν μπορεί να του δώσει τίποτα.:
 «Είχα πολλά έξοδα τώρα τελευταία. Η γυναίκα μου αρρώστησε βαριά και έπρεπε να τη στείλω σε ένα νοσοκομείο στο Κάρλσμπαντ. Εκεί κάνει πολύ κρύο και αναγκάστηκα να της αγοράσω καινούργια ρούχα και γούνινο παλτό».
 «Τι;» φωνάζει ο ζητιάνος «και όλα αυτά με τα λεφτά μου;».

                                   ----------

Ένας Εβραίος φιλάνθρωπος επισκέπτεται ένα Εβραϊκό σχολείο του οποίου ήταν για χρόνια χορηγός. Ο δάσκαλος που ήθελε να επιδείξει τις γνώσεις των μαθητών του ρώτησε έναν από αυτούς:
«Στήβεν, πες μου ποιος έπασε τις Πλάκες;»
«Δεν το έκανα εγώ κύριε» αποκρίθηκε τότε το παιδί.
Ο δάσκαλος έξαλλος και ταπεινωμένος άρχισε να χτυπά την έδρα και να φωνάζει:
«Στήβεν, πες μου τώρα αμέσως, ποιος έσπασε τις Πλάκες».
Το αγόρι που το είχε τρομοκρατηθεί είπε:
«Σας ορκίζομαι κύριε, ούτε που σκέφτηκα να κάνω κάτι τέτοιο».
Καθώς ο δάσκαλος σωριάστηκε στην καρέκλα του κάτω από το βάρος της αποτυχίας του, ο εκατομμυριούχος τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αυτί: «Ακούστε λίγο, ξέρω καλά αυτό το παιδί, ξέρω τους γονείς του, τους παππούδες και τις γιαγιάδες του. Αφού λέει ότι δεν το έκανε, δεν το έκανε. Και όσο για τις σπασμένες πλάκες, μην ανησυχείτε. Θα σας αποζημιώσω εγώ, απλά δώστε μου την απόδειξη».

                                   ----------

Ο κ. `Ελφενμπαϊν λέει στο Ραββίνο Χάιμαν:
«Είναι πολύ λυπηρό, δεν μπορώ να το πιστέψω! Φαντάσου, Ραβίνε, μια χήρα με τρία μικρά παιδιά που αν δεν πληρώσειτο ενοίκιο μέχρι την Παρασκευή, θα της κάνουν έξωση».
«Τι φοβερό!» αναφωνεί ο ραββίνος. «Θα κάνω έκκληση. Και σου δίνω τώρα αμέσως και πενήντα δολλάρια από δικά μου χρήματα».
«Ραβίνε, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω!».
«Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, κ. `Ελφενμπαϊν. Είσαι συγγενής της χήρας;»
«Ο, όχι!».
«Και τότε γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ γι`αυτήν την υπόθεση;»
«Γιατί είμαι ο σπιτονοικοκύρης».

                                   ----------

Τρώγοντας το γρασίδι

Ένα απόγευμα, ένας επιφανής δικηγόρος γύριζε με τη λιμουζίνα του όταν είδε δύο άντρες στην άκρη του δρόμου να τρώνε γρασίδι. Ενοχλημένος διέταξε τον οδηγό του να σταματήσει και βγήκε έξω να δει τι γίνεται. Ρώτησε λοιπόν τον έναν άντρα:
«Γιατί τρώτε το γρασίδι;»
«Δεν έχουμε χρήματα για φαγητό» απάντησε ο ένας.
«Τότε μπορείτε να έρθετε στο σπίτι μου» είπε ο δικηγόρος.
«Μα κύριε» είπε ο σας άντρας «έχω γυναίκα και δύο παιδιά».
«Φέρε τα μαζί σου» απάντησε ο δικηγόρος και γυρνώντας στον άλλο άντρα είπε, «Θα έρθεις κι εσύ μαζί μας».
Με κακόμοιρο ύφος ο δεύτερος άντρας είπε:
«Μα κύριε, έχω γυναίκα και έξι παιδιά!».
Ο δικηγόρος έκανε και σε αυτόν την ίδια πρόσκληση.
Στριμώχτηκαν όλοι στο αυτοκίνητο, πράγμα όχι και τόσο εύκολο ακόμα και για μια λιμουζίνα. Κάποια στιγμή στη διαδρομή, ο ένας φτωχός άντρας είπε στο δικηγόρο:
«Κύριε, είστε πολύ ευγενικός, ευχαριστούμε που μας πήρατε όλους μαζί σας».
Και ο δικηγόρος είπε:
«Το έκανα με χαρά. Είμαι σίγουρος ότι θα σας αρέσει πολύ. Στο σπίτι μου το γρασίδι έχει φτάσει το ένα μέτρο».

----------

Άκουσες για τους κλέφτες που διέρρηξαν τα γραφεία του Εβραϊκού Φιλανθρωπικού Οργανισμού;

Έφυγαν με πάνω από ένα εκατομμύριο δολλάρια σε υποσχέσεις!

----------

Ο Γιόσι και η Ζανίν, ένα ζευγάρι Εβραίων ηλικιωμένων, πετούν με το αεροπλάνο για τη Μέση Ανατολή. Ξαφνικά, ο πιλότος αναγγέλλει από τα μεγάφωνα, «Κυρίες και Κύριοι, νομίζω πως έχω πολύ άσχημα νέα. Οι μηχανές σταμάτησαν να δουλεύουν και αυτό το αεροσκάφος σε λίγα λεπτά θα αρχίσει να πέφτει. Τα καλά νέα είναι ότι βλέπω ένα νησί από κάτω μας που ίσως διευκολύνει την προσγείωσή μας. Τα κακά νέα είναι ότι δεν μπορώ να βρω αυτό το νησί, πουθενά στο χάρτη. Σύμφωνα με όλες τις πιθανότητες, δεν θα μας βρει ποτέ κανείς και θα πρέπει να ζήσουμε στο νησί για πάρα πολύ καιρό, ίσως και για το υπόλοιπο της ζωής μας».

Ο Γιόσσι γυρνά τότε στη Ζανίν και ρωτά: «Ζανίν, αγάπη μου, σβήσαμε το φούρνο;»
«Μα φυσικά».
«Ζανίν, πληρώσαμε την ασφάλεια ζωής;».
«Μα φυσικά».
«Ζανίν πληρώσαμε τη συνδρομή που υποσχεθήκαμε το Γιομ Κιπούρ;»
«Ω, Θεέ μου, ξέχασα να στείλω την επιταγή!».
«Σ΄ευχαριστώ Κύριε! Τώρα θα μας βρουν σίγουρα!».

---------- 

Ο άντρας προσεύχεται στο Θ-ό: «Σε παρακαλώ, κάνε να κερδίσω 10.000.000 ευρώ. Και αν κερδίσω, δεν θα δώσω ούτε 10% ούτε 20%, αλλά 50% σε φιλανθρωπίες. Ποιος άλλος δίνει τόσα σε φιλανθρωπίες; Κανείς. Εγώ όμως θα το κάνω. 5 εκατομμύρια για μένα και 5 εκατομμύρια για φιλανθρωπίες. Και αν Θ-έ μου δεν με επμπιστεύεσαι, δώσε σε μένα τα 5 εκατομμύρια και δώσε ΕΣΥ τα άλλα 5 σε φιλανθρωπίες».

----------

Ο Βαρώνος Ρόθσσιλντ πηγαίνεις το Ισραήλ και επισκέπτεται το Κοτέλ. Τα μάτια του πέφτουν σε ένα ασυνήθιστο χρωματιστό χαρτί που έχει κολλήσει στο Τείχος. Παίρνει το σημείωμα και το διαβάζει. Είναι μια επείγουσα παράκκληση προς το Μεγαλοδύναμο για ένα παιδί που παντρεύεται και χρειάζεται 10.000 δολλάρια για όλα τα έξοδα και υπάρχει ακόμα και η διεύθυνση. Τελικά ο Βαρώνος πηγαίνει στο σπίτι του ανθρώπου που έγραψε το σημείωμα και του δίνει μια επιταγή 1.000 δολλαρίων.

Την επόμενη φορά που ξαναπηγαίνει στο Κοτέλ παρατηρεί ένα ίδιο χαρτάκι. Γεμάτος περιέργεια το παίρνει και το διαβάζει. «Αγαπητέ Θ-έ σε ευχαριστώ που μου έστειλες 10.000 δολλάρια. Αν και εκτιμώ απεριόριστα τη βοήθειά σου, γιατί έστειλες το Βαρόνο Ρόθσσιλντ; Παίρνει 90% προμήθεια!».

----------

Ο ζητιάνος αρπάζει τον πλούσιο από το παλτό του και απλώνει το χέρι του. Με αυτό τον τρόπο ζητά συνήθως λεφτά. Ο πλούσιος ξαφνιάζεται και βγάζει λόγο στο ζητιάνο να είναι ευγενικός και να παρακαλεί και διάφορα άλλα. Ο Ζητιάνος τότε τον κοιτά και του λέει:

«Θα σου άρεσε αν εγώ σου έλεγα πώς να κάνεις τη δουλειά σου;».

----------

Ένας πλούσιος Εβραίος είναι πολύ άρρωστος και ετοιμοθάνατος. Φωνάζει το Ραβίνο και τους υπεύθυνους της συναγωγής του και τους λέει, «Ακούστε με, αν γίνω καλά θα δώσω στη συναγωγή 10.000 ευρώ. Αν μπορείτε να προσευχηθείτε για μένα, ξεκινήστε τώρα». Έτσι λοιπόν ο Ραβίνος, ο πρόεδρος και όλοι οι άλλοι βάζουν όλη τη συναγωγή να προσεύχεται, σίγουροι για την επιτυχία τους. Τελικά ο πλούσιος γίνεται καλά. Όλοι τώρα περιμένουν υπομονετικά και τελικά μερικές μέρες μετά την επιστροφή του στη δουλειά, του τηλεφωνούν και κανονίζουν μαζί του συνάντηση.

Ο Ραβίνος του λέει, «ξέρεις όταν ήσουν πολύ άρρωστος, έκανες μια πρόταση».
«Αλήθεια;»
«Ναι, ήμασταν όλοι εκεί και μας είπες πως αν γινόσουν καλά θα έδινες στη συναγωγή 10.000 ευρώ».
«Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;».
«Ναι είμαστε όλοι μάρτυρες».
«Αλήθεια, τότε, πρέπει να ήμουν πολύ άρρωστος!».

----------

Όταν ένας πλούσιος υποσχέθηκε να δώσει στο Χερσσέλ ένα ρούβλι για να πει ένα ψέμα χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, αυτός απάντησε:

«Ένα ρούβλι; Μα εσύ είπες δύο!».

 ----------

Ο Χερσσέλ άφησε κάποτε ενέχυρο το ρολόι του για να μπορεέσιε να πληρώσει τους πιστωτές του. Ένα βράδυ πήγε στο ενεχυροδανειστήριο και άρχισε να χτυπάει τα ρολά.

«Τι θέλεις;» φώναξε ο ενεχυροδανειστής αγουροξυπνημένος από το θόρυβο.
«Θέλω να μάθω τι ώρα είναι» απάντησε ο Χερσσέλ.
«Και γι’ αυτό με ξύπνησες;».
«Λυπάμαι, αλλά εμπιστεύομαι μόνο το ρολόι μου».

---------- 

Στα παλιά χρόνια που ο υπάλληλος έκανε τη σύνδεση στις τηλεφωνικές κλήσεις, ένας κύριος τηλεφώνησε σε έναν φίλο του.
«Γεια σου Χαϊμ. Μήπως μπορείς να μου δανείσεις δέκα λίρες;».
«Γιάνκελ, φίλε, δεν σε ακούω! Η γραμμή είναι κακή».
«Είπα αν μπορείς να μου δανείσεις δέκα λίρες».
«Ακόμα δεν σε ακούω. Μίλα πιο αργά».
«Μ-π-ο-ρ-ε-ί-ς ν-α μ-ο-υ δ-α-ν-ε-ί-σ-ε-ι-ς δ-έ-κ-α λ-ί-ρ-ε-ς;».
«Λυπάμαι δεν ακούω τίποτα. Δεν με παίρνεις αργότερα;».
Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο υπάλληλος: «Μα εγώ τον ακούω περίφημα».
Και ο Χαϊμ απάντησε: «Ε, τότε δώς του εσύ τις δέκα λίρες!».

---------- 

Η κυρία Κρασνόβ λυπήθηκε πολύ έναν ζητιάνο που χτύπησε την πόρτα της και τον προσκάλεσε μέσα για να του προσφέρει ένα χορταστικό γεύμα: κοτόπουλο, κούγκελ, κρασί, ψωμί μαύρο και χαλά (άσπρο ψωμί του Σσαμπάντ).

Ο ζητιάνος τα καταβρόχθισε όλα, εκτός από το μαύρο ψωμί.
«Η χαλά ήταν υπέροχη» είπε. «Μήπως έχετε λίγο ακόμα;».
«Καλέ μου άνθρωπε» είπε τότε η κ. Κρασνόβ «αν θες μαύρο ψωμί έχουμε πάρα πολύ, αλλά η χαλά είναι πολύ ακριβή».
«Το ξέρω» απάντησε ο ζητιάνος. «Αλλά πιστέψτε με κυρία, αξίζει τα λεφτά της».

----------

Η κυρία Πρασνόβ άνοιξε κάποτε την πόρτα του σπιτιού της και βρήκε έναν ζητιάνο να στέκεται απέξω.

«Σας παρακαλώ κυρία» είπε «έχω να φάω τρεις μέρες».
«Και γιατί δεν πιέζεις τον εαυτό σου;».

---------- 

Ένας ζητιάνος κανόνισε κάποτε να συναντήσει το Ρόθσσιλντ αφού ισχυριζόταν ότι είχε έναν σίγουρο τρόπο να κάνει τον τραπεζίτη να κερδίσει μισό εκατομμύριο ρούβλια.

«Λοιπόν για να ακούσουμε την ιδέα σου» είπε ο Ρόθσσιλντ σκεπτικός.
«Είναι πολύ απλή» απάντησε ο ζητιάνος. «Φαντάζομαι πως όταν θα παντρέψεις την κόρη σου θα της δώσεις προίκα ένα εκατομμύριο ρούβλια».
«Και;».
«Ε, την παντρεύομαι εγώ με τα μισά!».

 ----------

Ένας ζητιάνος πήγαινε κάθε μήνα μαζί με τον αδερφό του στον Ρόθσσιλντ και αυτός τους έδινε από πενήντα μάρκα στον καθένα. Όταν ο αδερφός του πέθανε, ο ζητιάνος πήγε μόνος του τον επόμενο μήνα. Μόλις τον είδε η γραμματέας του Ρόθσσιλντ, του έδωσε τα πενήντα μάρκα.

«Μια στιγμή» διαμαρτυρήθηκε τότε ο ζητιάνος. «Είμαι εξουσιοδοτημένος να παίρνω εκατό!».

«Μα ο αδερφός σας πέθανε» απάντησε τότε η γραμματέας «και το μερίδιό του ακυρώθηκε».

«Τι πάει να πει ακυρώθηκε» ρώτησε ο ζητιάνος θυμωμένα. «Για πείτε μου, ποιος είναι ο κληρονόμος του αδερφού μου – εγώ ή ο Ρόθσσιλντ;».

 ----------

Ένας ζητιάνος προσπαθεί χωρίς επιτυχία να κλείσει ραντεβού με τον Ρόθσσιλντ. Τελικά στέκεται έξω από την οικογενειακή έπαυλη και φωνάζει:
«Η οικογένειά μου πεθαίνει της πείνας και ο βαρόνος αρνείται να με δει!».
Ο Ρόθσσιλντ πείθεται και δίνει στο ζητιάνο τριάντα ρούβλια.
«Ορίστε» του λέει «και αν δεν προκαλούσες τέτοιο σκηνικό, θα σου έδινα εξήντα».
«Αγαπητέ μου βαρόνε, εσύ είσαι ο τραπεζίτης γι’ αυτό κι εγώ δε σου δίνω τραπεζικές συμβουλές. Εγώ είμαι ο επαίτης γι’ αυτό κι εσύ μη μου δίνεις συμβουλές επαιτείας!».

---------- 

Μια συνοικία καταστράφηκε από τη φωτιά και η κοινότητα αποζημίωνε τα θύματα. Καθώς μοιράζονταν τα χρήματα, πλησίασε και ένας φτωχός, το σπίτι του οποίου είχε μείνει ανέπαφο από τη φωτιά και ζήτησε μερίδιο.
«Τι σημαίνει αυτό; Υπέφερες κι εσύ από τη φωτιά;».
«Αν υπέφερα; Πιστέψτε με, τρομοκρατήθηκα μέχρι θανάτου».

---------- 

Στην κηδεία του πλουσιότερου ανθρώπου της πόλης, ένας ξένος έκλαιγε πιο δυνατά από όλους τους πενθούντες. Ένας από τους κατοίκους τον πλησίασε και του είπε:
«Είσαι συγγενής του μακαρίτη;».
«Όχι».
«Και τότε γιατί κλαις;».
«Ακριβώς γι’αυτό».

---------- 

Ο Ραβίνος ήταν πολύ λυπημένος από την έλλειψη γενναιοδωρίας ανάμεσα στα μέλη της συναγωγής και προσευχόταν για να δώσουν οι πλούσιοι μεγαλύτερη ελεημοσύνη στους φτωχούς.
«Εισακούστηκαν οι προσευχές σου;» ρώτησε η γυναίκα του.
«Κατά το ήμισυ» απάντησε ο ραβίνος. «Οι φτωχοί είναι πρόθυμοι να δεχτούν περισσότερα».

----------