Ανέκδοτα από τη Χελμ (πόλη της Πολωνίας που για άγνωστους λόγους οι κάτοικοί της θεωρούνταν ανόητοι και αφελείς)

 Ο Χόκμαν, ο Εβραίος δάσκαλος και ο Λουχίνσκι, ο ραββίνος της Χελμ έπιναν το τσάι τους και συζητούσαν για τα οικονομικά της πόλης.

«Υπάρχει μεγάλη αδικία προς τους φτωχούς» αναστέναξε ο Χόκμαν. «Οι πλούσιοι που έχουν περισσότερα χρήματα από όσα χρειάζονται μπορούν να αγοράσουν με πίστωση. Αλλά οι φτωχοί που δεν έχουν ούτε δύο δεκάρες στην τσέπη τους πρέπει να πληρώνουν μετρητοίς για όλα. Είναι δίκαιο αυτό;».

«Φυσικά» απάντησε ο Ραββίνος.

«Κι όμως θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο», επέμεινε ο Χόκμαν. «Οι πλούσιοι που έχουν χρήματα να πληρώνουν μετρητοίς και οι φτωχοί που δεν έχουν, να πληρώνουν με πίστωση».

«Θαυμάζω τις ιδέες σου» είπε ο Ραββίνος. «Ένας έμπορος όμως που πουλάει με πίστωση στους φτωχούς και όχι στους πλούσιους, σε λίγο θα είναι και αυτός φτωχός».

«Και λοιπόν πού είναι το πρόβλημα;» απαντά ο δάσκαλος. «Θα μπορεί κι αυτός να αγοράζει με πίστωση!».

 ----------   

Ένας Εβραίος δάσκαλος από τη Χελμ δήλωσε μια μέρα:

«Εάν ήμουν ο Ρόσσιλντ θα ήμουν πιο πλούσιος από αυτόν».
«Γιατί;» 
«Γιατί θα παρέδιδα και μαθήματα Εβραϊκών».

----------   

Ένας Εβραίος από τη Χελμ επισκέπτεται τη Βαρσοβία. Στην κεντρική συναγωγή ακούει το νεωκόρο να ρωτά το παρακάτω αίνιγμα: 
«Ποιος είναι ο γιος του πατέρα μου που δεν είναι ο αδερφός μου;»
Κανείς δεν ξέρει την απάντηση.
«Είμαι εγώ» λέει ο νεωκόρος.
Ο Εβραίος από τη Χελμ εντυπωσιάστηκε. Επιστρέφει σπίτι του και μια μέρα, μετά τη συναγωγή, ρωτάει:
«Ποιος είναι ο γιος του πατέρα μου που δεν είναι ο αδερφός μου;»
Κανείς δεν ξέρει. `Ετσι ο Εβραίος από τη Χελμ δίνει την απάντηση:
«Είναι ο νεωκόρος στη Βαρσοβία».

----------    

Ένας Εβραίος ρωτάει το φίλο του: 
«Πώς λειτουργεί το τηλεγραφικό σύστημα; Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μεταδίδουν ένα μήνυμα μέσω συρμάτων». 
Ο φίλος του τού απαντάει:
 «Ξέχνα τα σύρματα. Φαντάσου ένα τεράστιο σκύλο που το κεφάλι του είναι στο Κόνβο και η ουρά του στη Βίλνα. `Αμα τραβήξεις την ουρά στη Βίλνα, ο σκύλος θα γαυγίσει στο Κόνβο». 
«Κατάλαβα» λέει ο φίλος. «Μα ο ασύρματος τηλέγραφος πώς δουλεύει;».
«Με τον ίδιο τρόπο αλλά χωρίς το σκύλο».

----------   

Ο Σσμούλικ από τη Χελμ επισκέφτηκε μια άλλη πόλη. Εκεί τον ρώτησε ένας κάτοικος:

-          Πόσα μπισκότα μπορείς να φας με άδειο στομάχι;
-           Περίπου πέντε. 
-          Λάθος! Μπορείς να φας μόνο ένα. Γιατί όταν φας ένα το στομάχι σου δεν θα είναι πια άδειο!
Ο Σσμούλικ γύρισε στη Χελμ και ρώτησε τον Μοσσέ:
-          Πόσα μπισκότα μπορείς να φας με άδειο στομάχι;
-          Δύο. 
-          Αχ, κρίμα αν είχες πει πέντε θα άκουγες ένα πολύ ωραίο αστείο!

----------   

Ένας ξυλουργός από τη Χελμ επιδιορθώνει μια οροφή, αλλά καθώς δουλεύει, πετά τις μισές από τις πρόκες. Κάποια στιγμή περνά από κάτω ο δήμαρχος και τον ρωτά γιατί πετάει τόσες πολλές πρόκες.
"Αν τις βγάλω από τη σακούλα και κοιτούν προς την οροφή, τις χρησιμοποιώ. Αν κοιτάν αλλού, ξέρω ότι είναι ελαττωματικές και τις πετάω.”
“Ανόητε! Αυτές είναι για την άλλη μεριά.”

----------    

Από τότε που ένα από τα διαστημόπλοιά τους ανατινάχτηκε, οι Αμερικανοί είχαν μεγάλο πρόβλημα να προσελκύσουν πιλότους για να τους στείλουν στο διάστημα. Ως τελευταία λύση, αποφάσισαν να βάλουν αγγελία στην εφημερίδα. Τρεις ανταποκρίθηκαν, ένας Ρώσος, ένας Πολωνός και ένας Ισραηλινός πιλότος.
Πήραν συνέντευξη από τον καθένα ξεχωριστά.
Ο Ρώσος, ο Ιβάν, ζήτησε 5.000 δολάρια για να πετάξει το διαστημόπλοιο.
Ο Πολωνός, ο Στανισλάβ, ζήτησε 10.000 γιατί ήταν πιο εκπαιδευμένος και πιο αξιόπιστος.
Ο Ισραηλινός, ο Μωυσής, ζήτησε 50.000 δολάρια γιατί οι Ισραηλινοί είναι οι καλύτεροι πιλότοι.
Η επιτροπή πείστηκε και αποφάσισε να δώσει τα 50.000 δολάρια στον Ισραηλινό, με βάση την καλή του φήμη.
Μόλις έμαθε τα νέα, ο Μωυσής ήταν πολύ χαρούμενος. Αμέσως πήρε τηλέφωνο το Ρώσο πιλότο: «Ιβάν, Ιβάν είμαστε εντάξει. Πάρε τα 5.000 δολάρια, γιατί είναι η σειρά σου να πετάξεις το διαστημόπλοιο».

----------   

Ο Γιάνκελ, ένα νεαρό αγόρι από τη Χελμ, είναι ενθουσιασμένος και χοροπηδά στο δρόμο. Συναντά το φίλο του Μωυσή και ορμώντας επάνω του, του διηγείται την τελευταία ιστορία που έμαθε.
«Μωυσή, Μωυσή, ξέρεις τι γίνεται όταν πεθάνεις;».
«Πες μου Γιάνκελε».
«Λοιπόν, σε βάζουν σε ένα κοφίνι, σκάβουν ένα χαντάκι, βάζουν μέσα το κοφίνι, ρίχνουν επάνω χώμα, μετά φυτρώνει γρασίδι, έρχεται η αγελάδα τρώει και μετά αφήνει κοπριές πάνω από τον τάφο σου. Οι φίλοι και οι συγγενείς σου έρχονται και κοιτούν τον τάφο σου και βλέπουν και τις κοπριές και κουνώντας τα κεφάλια τους λένε: ‘Μωυσή, Μωυσή, πόσο πολύ άλλαξες’».
Ο Μωυσής ενθουσιάζεται με αυτή την υπέροχη ιστορία και επειδή δεν μπορεί να κρατηθεί από τη χαρά του, αρχίζει και χοροπηδά στους δρόμους της Χελμ. Τότε συναντά τον Πέτσελε.
Ορμά επάνω του και λέει: «Πέτσελε, Πέτσελε ξέρεις τι θα γίνει άμα πεθάνεις;».
«Πες μου Μωυσή».
«Λοιπόν, σε βάζουν σε ένα κοφίνι, σκάβουν ένα χαντάκι, βάζουν μέσα το κοφίνι, ρίχνουν επάνω χώμα, μετά φυτρώνει γρασίδι, έρχεται η αγελάδα τρώει και μετά αφήνει κοπριές πάνω από τον τάφο σου. Οι φίλοι και οι συγγενείς σου έρχονται και κοιτούν τον τάφο σου και βλέπουν και τις κοπριές και κουνώντας τα κεφάλια τους λένε: ‘Πέτσελε, Πέτσελε δεν άλλαξες καθόλου’».

----------   

Ο χαζούλης της πόλης νομίζει πως είναι ένας από τους σοφότερους της κοινότητας, ενώ οι κάτοικοι τον κοροϊδεύουν ως κουτό. Μια μέρα ακούει το ραβίνο να εξηγεί τη φράση της Βίβλου «Σσομέρ Πταγίμ Χασσέμ» - Ο Κύριος προστατεύει τους κουτούς... Σκέφτεται τότε λοιπόν: «Πρέπει να εκμεταλλευτώ αυτή την ευκαιρία και να τι θα κάνω. Θα πηδήξω από το ψηλότερο κτίριο. Αν ο Θ-ός με προστατέψει τότε είμαι πράγματι ανόητος, αλλά αν χτυπήσω θα έχω αποδείξει σε όλους πως είμαι πάνσοφος». Πηγαίνει λοιπόν αμέσως στο ψηλότερο κτίριο και πηδά από τον τρίτο όροφο, σπάζοντας φυσικά αρκετά κόκκαλα. Κι ενώ όλοι σπεύδουν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, τον ακούν να μουρμουρίζει: «Ήξερα πως ήμουν σοφός, αλλά δεν γνώριζα πόσο».

----------   

Οι πολίτες της Χελμ συνήθιζαν να ξοδεύουν πολύ χρόνο ανησυχώντας - τόσο πολύ, μέχρι που άρχισαν να ανησυχούν για το πόσο πολύ ανησυχούσαν. Το Μεγάλο Συμβούλιο των Σοφών, κανόνισε συνεδρίαση για να συζητήσουν για όλη αυτή την ανησυχία και βρουν μια λύση στο πρόβλημα.

Για εφτά μέρες και εφτά νύχτες οι σοφοί της Χελμ συζητούσαν το πρόβλημα μέχρι που τελικά ο πρόεδρος ανακοίνωσε τη λύση: ο Γιοσσέλ, ο καπνοδοχοκαθαριστής, θα ήταν ο επίσημος Ανήσυχος της Χελμ. Με ένα ρούβλι την εβδομάδα, θα ανησυχούσε για όλους στην πόλη.

Όλα τα μέλη του Συμβουλίου συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η ιδανική λύση, αλλά πριν ψηφιστεί, ένας σοφός σηκώθηκε για να μιλήσει κατά της πρότασης: «Περιμένετε ένα λεπτό», είπε. «Αν ο Γιοσσέλ παίρνει ένα ρούβλι την εβδομάδα, τότε γιατί να ανησυχεί;».

 ----------   

Δύο σοφοί από τη Χελμ βγήκαν να κάνουν περίπατο, όταν ξαφνικά έπιασε βροχή.
«Γρήγορα», είπε ο ένας. «Άνοιξε την ομπρέλα σου».
«Δεν θα βοηθήσει. Η Ομπρέλα μου είναι γεμάτη τρύπες».
«Τότε γιατί την πήρες μαζί σου;». 
«Δεν περίμενα να βρέξει».

----------    

Ήταν η περίοδος πληρωμής των φόρων στη Χελμ και δύο επιφανείς πολίτες της συζητούσαν σχετικά.

«Δεν καταλαβαίνω όλα αυτά με την εφορία» είπε ο πρώτος. «Σίγουρα ο Τσάρος έχει αρκετά χρήματα. Κόβει ακόμα και δικά του νομίσματα και μπορεί να φτιάξει όσα ρούβλια θέλει. Γιατί λοιπόν τον πειράζουν τα δικά μου;».

«Μην είσαι ανόητος» είπε τότε ο δεύτερος. «Θα σου πω μια παραβολή. Λέγεται ότι κάθε φορά που ένας Εβραίος εκτελεί μια μιτσβά, ο Θ-ός δημιουργεί έναν άγγελο. Γιατί λοιπόν δεν ρωτάς το Θ-ό τι χρειάζεται έναν ακόμα άγγελο στα εκατομμύρια που έχει ήδη δημιουργήσει; Δεν μπορεί ο Θ-ός να φτιάξει όσους αγγέλους θέλει; Φυσικά και μπορεί! Αλλά γιατί δεν το κάνει; Γιατί προτιμά τον δικό σου!».

«Το ίδιο συμβαίνει και με τους φόρους. Φυσικά ο Τσάρος μπορεί να φτιάξει όσα ρούβλια θέλει. Αλλά δεν καταλαβαίνεις; Θέλει να πάρει το δικό σου».

 ----------   

Δύο σοφοί από τη Χελμ είχαν σοβαρή συζήτηση σχετικά με τα περίπλοκα μοντέρνα ταξίδια.

«Κάτσε να καταλάβω», είπε ο πρώτος. « Ένα άλογο μαζί με το φορτίο, θέλει τέσσερις ώρες από εδώ να πάει στο Πινσκ, σωστά;».

«Σωστά» είπε ο άλλος. «Αλλά αν είχες ένα φορτίο με δύο άλογα θα χρειαζόταν μόνο δύο ώρες».

«Κατάλαβα» απάντησε ο πρώτος. «Και υποθέτω τότε, ότι αν είχε ένα φορτίο με τέσσερα άλογα, θα έφτανες εκεί σε χρόνο μηδέν. Σωστά;».

«Ακριβώς» απάντησε τότε ο άλλος, «Αλλά σε αυτήν την περίπτωση γιατί να ταλαιπωρηθείς να πας στο Πινσκ; Καλύτερα να ξεσελώσεις τα τέσσερα άλογά σου και να μείνεις εδώ».

 ----------   

Ο πρωτοψάλτης της Χελμ θα πάντρευε μία από τις κόρες του, αλλά δεν είχε καθόλου χρήματα για την προίκα της. Το συμβούλιο ψήφισε να του δώσει προκαταβολικά διακόσια … που θα κρατούσε από το μισθό του, τα επόμενα πέντε χρόνια.

Επειδή ο πρωτοψάλτης ήταν περήφανος άντρας, επέμενε να εμφανιστεί ενώπιον του συμβουλίου για να δηλώσει τα παρακάτω: «Φίλοι μου, θέλω να ξέρετε ότι δέχομαι την ευγενική προσφορά σας με δύο όρους. «Εάν ζήσω άλλα πέντε χρόνια, είστε τυχεροί. Αλλά αν πεθάνω πριν ξεπληρώσω το χρέος μου, τότε λυπάμαι, είστε άτυχοι».

 ----------   

Ένας πλακατζής της Χελμ σκέφτηκε κάποτε έναν αίνιγμα που κανείς δεν θα μπορούσε να βρει την απάντηση: «Τι είναι μωβ, κρέμεται στον τοίχο και σφυρίζει;».

Όταν όλοι στη Χελμ εξάντλησαν όλες τις απαντήσεις, ο πλακατζής αποκάλυψε τη λύση του γρίφου: η ρέγκα.
«Η ρέγκα;» είπε ο κόσμος. «Μα η ρέγκα δεν είναι μωβ».
«Όχι, αλλά αυτή την είχαμε βάψει μωβ» είπε ο πλακατζής.
«Καλά, αλλά να κρέμεται στον τοίχο; Ποιος ξανάκουσε οι ρέγκες να κρέμονται στους τοίχους;».
«Αχά έλα που αυτή κρεμόταν».
«Μα οι ρέγκες δεν σφυρίζουν».
«Καλά, ούτε αυτή σφυρίζει».

----------    

Ένας άντρας από τη Βαρσοβία πήγε επαγγελματικό ταξίδι στη Χελμ και καθώς βάδιζε στο δρόμο, σταμάτησε στο Γιόσελ, τον καπνοδοχοκαθαριστή.

«Ζάλμαν», φώναξε ο Γιόσι, «τι γίνεσαι; Έχω πολύ καιρό να σε
δω. Για κοίτα τον».
«Μα μια στιγμή» αποκρίθηκε ο ξένος, «εγώ…».
«Δεν πειράζει αυτό» συνέχισε ο Γιόσελ. «Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο πολύ άλλαξες. Εσύ ήσουν μεγαλόσωμος, γερός σαν ταύρος. Και τώρα είσαι μικρότερος και από μένα. Μήπως είσαι άρρωστος;».
«Μα μια στιγμή» είπε πάλι ο ξένος, «εγώ…».
«Δεν πειράζει αυτό» είπε πάλι ο Γιόσελ. «Και τι έγιναν τα μαλλιά σου; Εσύ είχε ωραία μαύρα μαλλιά και τώρα είσαι τελείως καραφλός. Και το μουστάκι σου, τόσο μαύρο και πυκνό. Τι απέγινε και αυτό; Ξέρεις αναρωτιέμαι και πως ακόμα σε αναγνώρισα. Ζάλμαν τι έχει γίνει με σένα;».
«Μα προσπαθώ τόση ώρα να σου πω ότι δεν με λένε Ζάλμαν».
«Ω! μα είναι απίστευτο, άλλαξες ακόμα και το όνομα σου».

 ----------